Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2021

Συζητώντας με τη Βέρα Πρατικάκη

 

Ερώτηση 1η: Ποιος/α είναι ο/η αγαπημένος/η σας συγγραφέας;

Β.Π.: Δεν θα μπορούσα ποτέ να καταλήξω μόνο σε έναν. Έχω πολλούς συγγραφείς που θαυμάζω και αγαπώ πολύ, Έλληνες και ξένους. Και όσους συγγραφείς έχει τύχει να γνωρίσω και από κοντά τους έχω αγαπήσει ακόμα πιο πολύ, μαζί και το έργο τους. Θεωρώ ότι έχουμε πολύ μεγάλο πλούτο στην χώρα μας και πολλές διαφορετικές φωνές που αφηγούνται ιστορίες με σημαντικά μηνύματα.


Ερώτηση 2η: Ποιο είναι το πρώτο βιβλίο που διαβάσατε;

Β.Π.: Ιδέα δεν έχω. Όταν είσαι παιδί νομίζω πως δεν βλέπεις το βιβλίο με τον ίδιο τρόπο όπως όταν είσαι ενήλικας. Δεν κρατάς λογαριασμό. Διαβάζεις οτιδήποτε σου κεντρίσει το ενδιαφέρον. Θαυμάζεις τις εικόνες. Αγγίζεις τις σελίδες. Και στο τέλος μπορεί να μην θυμάσαι ούτε τον τίτλο και σίγουρα όχι τον συγγραφέα, αλλά σου μένει η ιστορία, γιατί κάτι είχε να σου πει.
Θυμάμαι τους μύθους του Αισώπου. Ίσως αυτά να ήταν τα πρώτα βιβλία που διάβασα. Και ένα Χριστουγεννιάτικο παραμύθι με ένα αρκουδάκι που ήταν μόνο του και στο τέλος βρήκε παρέα. Θυμάμαι ένα λιονταράκι που το κορόιδευαν, γιατί φορούσε γυαλιά και ένα ψαράκι με υπέροχα, λαμπερά λέπια που δυσκολευόταν να κάνει φίλους.
Μα πιο πολύ από όλα θυμάμαι την μαμά μου να μου διαβάζει παραμύθια και όταν μπορούσα να διαβάσω και μόνη μου θυμάμαι που καθόμασταν δίπλα δίπλα στον καναπέ και διάβαζε ο καθένας το βιβλίο του.


Ερώτηση 3η: Τι σας ώθησε να ξεκινήσετε τη συγγραφή;

Β.Π.: Από πολύ μικρή το όνειρό μου ήταν να γίνω συγγραφέας, γιατί ένιωθα πως είχα πολλά πράγματα να επικοινωνήσω και η συγγραφή ήταν πάντα κάτι που με συνάρπαζε.


Ερώτηση 4η: Πώς θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας “Η αδερφή της Χριστίνας”;

Β.Π.: Είναι ένα βιβλίο για εφήβους, βαρύ μεν, αλλά με πολλά πράγματα να πει. Ακολουθεί την πορεία ενός κοριτσιού που προσπαθεί να διαχειριστεί πολλά και δύσκολα συναισθήματα και καταστάσεις. Στην πορεία αντιμετωπίζει πολλές προκλήσεις, νιώθει να χάνει την δύναμή της και την ελπίδα της και παλεύει να βρει τον εαυτό της, να χτίσει φιλίες και να ανακαλύψει το νόημα και την αξία της ζωής. Είναι ένα βιβλίο για την απελπισία και την ελπίδα. Για την μοναξιά και τις σχέσεις. Για τα ψέματα και τις αλήθειες. Για τον θυμό και την αποδοχή. Για τα λάθη και την συγχώρεση. Για το θάρρος και την δύναμη που πολλοί έφηβοι καλούνται να ανακαλύψουν μέσα τους.


Ερώτηση 5η: Πώς σας γεννήθηκε η ιδέα της συγγραφής του συγκεκριμένου αναγνώσματος;

Β.Π.: Η ιδέα για αυτό το βιβλίο μου ήρθε όταν γνώρισα ένα κορίτσι, το οποίο ένιωθε ότι όλοι το κοιτούσαν, αλλά κανείς δεν το έβλεπε πραγματικά. Μιλώντας μαζί του αντιλήφθηκα πως ένιωθε. Ένιωσα τον πόνο και το παράπονο που είχε μέσα του. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι η απελπισία του το οδηγούσε συχνά σε σκοτεινά μονοπάτια. Με άγγιξε πολύ το βίωμά του, ο χαρακτήρας του κοριτσιού αυτού. Εκεί σκέφτηκα πως κάποιοι άνθρωποι κουβαλούν πολύ περισσότερο βάρος από ότι τους αναλογεί. Και ότι πολλές φορές αν δεν αφιερώσουμε χρόνο να γνωρίσουμε πραγματικά έναν άνθρωπο δεν καταλαβαίνουμε πόσες δυσκολίες μπορεί να χρειάζεται να αντιμετωπίσει.


Ερώτηση 6η: Εφηβεία και κατάθλιψη είναι τα κύρια θέματα που αναλύετε στο βιβλίο σας. Οι γονείς μπορούν εύκολα να χάσουν το “παιχνίδι” της επικοινωνίας με τα παιδιά τους; Ποια είναι η προσωπική σας άποψη;

Β.Π.: Ναι, συμφωνώ. Θεωρώ πως πολλές φορές οι γονείς αναλώνονται σε μικροπράγματα και χάνουν την ουσία. Είναι πολλές οι περιπτώσεις που απουσιάζει η ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ των μελών μιας οικογένειας. Οι σχέσεις είναι πιο τυπικές ή γεμάτες εντάσεις με αποτέλεσμα να υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας. Συμβιώνουν αλλά δεν γνωρίζουν ο ένας τον άλλο πραγματικά. Οι λόγοι γι’ αυτό μπορεί να είναι πάρα πολλοί, όμως θεωρώ ότι ένας από τους βασικότερους είναι ότι οι γονείς συχνά ξέρουν να μιλούν, αλλά δεν γνωρίζουν πως πραγματικά να ακούν τον άλλο. Πώς να τον βλέπουν σαν ξεχωριστό άνθρωπο από τους ίδιους και πώς να μπορούν να βλέπουν και να νιώθουν τα πράγματα μέσα από την δική τους οπτική γωνία. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι έφηβοι να κλείνονται και οι γονείς να χάνουν το παιχνίδι της επικοινωνίας μέχρι να αντιληφθούν πως πρέπει να μάθουν κάποιες δεξιότητες επικοινωνίας,


Ερώτηση 7η: Ένα άλλο σημαντικό θέμα είναι ο αυτισμός. Πιστεύετε, ως ειδικός στον τομέα της ψυχοθεραπείας, ότι χρειάζεται το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων να εντάξει στις σχολικές αίθουσες μάθημα που να δείχνει τη στάση και τη συμπεριφορά των παιδιών απέναντι σε αυτά τα έξυπνα και αγαπητά πρόσωπα;

Β.Π.: Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο ερώτημα. Θεωρώ ότι υπάρχει πολύ μεγάλη ανάγκη να ενταχθούν πολλά μαθήματα στο σχολικό πρόγραμμα. Κατανοώ πως δεν υπάρχει χώρος και χρόνος για όλα όσα είναι απαραίτητα. Πιστεύω λοιπόν πως η καλύτερη λύση θα ήταν να δημιουργηθεί και να ενταχθεί ένα μάθημα που θα στοχεύει στην ανάπτυξη της συναισθηματικής νοημοσύνης και συναισθηματικής αυτορρύθμισης. Τα παιδιά μπορεί να γνωρίζουν πολλά πράγματα τελειώνοντας το σχολείο, αλλά συχνά δεν έχουν ιδέα πώς να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους, πώς να επικοινωνούν με σεβασμό, πώς να αντιμετωπίζουν με αποδοχή και ενσυναίσθηση άτομα διαφορετικά από αυτά και πώς να αντιμετωπίζουν θέματα ψυχικής υγείας. Υπάρχουν τόσες πολλές δεξιότητες που μπορούν τα παιδιά να διδαχθούν που θεωρώ πως είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί ένα τέτοιο μάθημα στο σχολικό πρόγραμμα ξεκινώντας από τις πολύ μικρές ηλικίες μέχρι και την αποφοίτηση.


Ερώτηση 8η: Η αδερφή της Χριστίνας επωμίζεται ευθύνες που δεν της αναλογούν. Οι γονείς πολλές φορές δίνουν αρμοδιότητες και ευθύνες στα παιδιά τους που δε θα έπρεπε. Πού πιστεύετε ότι οφείλεται αυτό;

Β.Π.: Θεωρώ πως οι λόγοι μπορεί να είναι πολλοί. Κυρίως πιστεύω πως είναι αποτέλεσμα ανάγκης. Όταν δεν υπάρχει ο χρόνος ή οι πόροι να μπορούν να μοιραστούν κατάλληλα οι ευθύνες τότε είτε οι γονείς δίνουν αρμοδιότητες στα παιδιά που δεν τους αναλογούν είτε και τα ίδια τα παιδιά από μόνα τους αναλαμβάνουν αυτόν τον ρόλο, γιατί αισθάνονται ότι χρειάζεται να βοηθήσουν. Οπότε η ανάγκη νομίζω είναι ένας πολύ βασικός λόγος. Επίσης κάποιες φορές μπορεί και οι ίδιοι οι γονείς να μην είχαν βιώσει μια ανέμελη παιδική ηλικία, οπότε να το θεωρούν δεδομένο και φυσικό το παιδί να αναλαμβάνει πολλές ευθύνες. Ή μπορεί να πιστεύουν πως με αυτόν τον τρόπο βοηθούν το παιδί να ωριμάσει πιο γρήγορα. Όλα όμως είναι θέμα ισορροπίας. Είμαι φυσικά πολύ υπέρ της άποψης ότι χρειάζεται τα παιδιά να αναλαμβάνουν και ευθύνες, όμως είναι σημαντικό να αναλαμβάνουν τις ευθύνες που τους αναλογούν και που ηλικιακά είναι σε θέση να φέρουν εις πέρας. Επίσης, χρειάζεται να υπάρχει και αρκετός χρόνος ανεμελιάς, χωρίς πρέπει και κανόνες, για να ωριμάσει συναισθηματικά το παιδί. Φορτώνοντάς το ευθύνες πριν την ώρα του δεν το βοηθάμε να ωριμάσει. Του στερούμε το δικαίωμα να είναι παιδί, κάτι που κάθε παιδί αξίζει και χρειάζεται να έχει.


Ερώτηση 9η: Τι θα θέλατε να πείτε στους αναγνώστες σας;

Β.Π.: Ένα από τα πράγματα που θα ήθελα να πω στους αναγνώστες μέσα από το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ότι πολλές φορές δεν καταλαβαίνουμε πως ο διπλανός μας κάνει τον δικό του αγώνα. Όταν ένα παιδί είναι ή φαίνεται ήρεμο δεν σημαίνει απαραίτητα πως όλα στην ζωή του πηγαίνουν καλά. Χρειάζεται λοιπόν να μάθουμε να ‘βλέπουμε’ τον άλλο, να αφιερώνουμε χρόνο να τον γνωρίσουμε, να τον καταλάβουμε, γιατί μερικές φορές τα παιδιά βιώνουν μεγάλες δυσκολίες και αν το καταλάβουμε η δική μας παρουσία, το νοιάξιμό μας και η φιλία μας μπορεί να είναι εξαιρετικά πολύτιμα για αυτά.

Θα ήθελα επίσης να τονίσω πως είναι εξαιρετικά σημαντικό να έχουμε σεβασμό για όλους τους ανθρώπους. Να μην βλέπουμε ταμπέλες, αλλά πρόσωπα. Να μην περιθωριοποιούμε, αλλά να βρίσκουμε έναν τρόπο να συνδεθούμε ακόμα και με άτομα πολύ διαφορετικά από εμάς. Γιατί κάθε άνθρωπος έχει έναν τεράστιο πλούτο μέσα του και μπορεί να τον μοιραστεί μαζί με όποιον καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη και την αποδοχή του. Πολλές φορές τα παιδιά είναι πολύ σκληρά. Και αυτό μπορεί να έχει τεράστιο αντίκτυπο στα άλλα παιδιά, γιατί τότε διαμορφώνουν την προσωπικότητά τους, είναι ευαίσθητα και είναι περισσότερο ευάλωτα στα σχόλια των άλλων.

Ακόμα, ήθελα να τονίσω την σημασία της επικοινωνίας. Οτιδήποτε επικοινωνείται είναι καλύτερο από το να μην επικοινωνείται, γιατί τότε είναι ανεξέλεγκτο, ενώ αν έρθει στην επιφάνεια μπορεί να του δοθεί ο κατάλληλος χρόνος και τρόπος για να λυθεί. Μέσα στο βιβλίο η αδελφή της Χριστίνας βιώνει πολλά δύσκολα και ενοχοποιημένα συναισθήματα. Μόνη της νιώθει να βουλιάζει σε αυτά. Θέλησα να δείξω πως είναι φυσικό να έχουμε όλα τα συναισθήματα, ακόμα και τα πιο ενοχοποιημένα, και αν το αποδεχτούμε αυτό, τότε αμέσως αμέσως βιώνουμε μια πρώτη ανακούφιση και παράλληλα μπορούμε να βρούμε και τον καλύτερο τρόπο να τα διαχειριστούμε για να μην επηρεάσουν αρνητικά την συμπεριφορά μας.

Ένα ακόμα βασικό πράγμα που ήθελα να επικοινωνήσω γράφοντας το βιβλίο αυτό είναι η αξία της ζωής και η σημασία του προσωπικού νοήματος του καθενός. Η φράση του Νίτσε «όποιος έχει ένα γιατί για να ζει μπορεί να αντέξει σχεδόν το κάθε πως» μου φάνηκε πολύ σοφή. Όλοι μας ψάχνουμε το νόημα. Και τις περισσότερες φορές το νόημα κρύβεται στις ανθρώπινες σχέσεις, στην στήριξη, στην αποδοχή και την αγάπη.

Ερώτηση 10η: Θα θέλατε να μας πείτε μερικά λόγια για το επόμενο συγγραφικό σας βήμα;

Β.Π.: Μου αρέσει να δοκιμάζω να γράφω για διαφορετικές ηλικίες και διαφορετικά είδη. Το επόμενο βιβλίο που γράφω απευθύνεται σε μικρότερες ηλικίες από ότι συνήθως δοκιμάζω, δηλαδή σε παιδιά γύρω στα 6-7. Μέσα από την ιστορία που γράφω ο στόχος μου είναι να βοηθήσω τα παιδιά να μάθουν μια δεξιότητα διαχείρισης συναισθημάτων και τους γονείς να κατανοήσουν πως μπορούν να τα διευκολύνουν σε αυτήν την διαδικασία. Η ιστορία επεξηγεί ουσιαστικά την προσέγγιση της Ενσυνειδητότητας (Mindfulness), η οποία έχει αποδειχθεί ένας εξαιρετικά αποτελεσματικός τρόπος συναισθηματικής αυτορρύθμισης τόσο για τα παιδιά όσο και για τους ενήλικες.


Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συνέντευξη που μου παραχωρήσατε! Εύχομαι κάθε επιτυχία και καλοτάξιδα τα βιβλία σας!!!





Συγγραφέας – Βέρα Πρατικάκη: https://www.psichogios.gr/el/bera-pratikakh
“Η αδερφή της Χριστίνας”: https://www.psichogios.gr/el/h-aderfh-ths-xristinas.html





Η ΒΕΡΑ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗ γεννήθηκε το 1990 στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Γουόρικ και της Οξφόρδης και Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο του Ντέρμπι και του Ανατολικού Λονδίνου. Είναι ψυχοθεραπεύτρια και διατηρεί δικό της γραφείο, όπου προσφέρει υπηρεσίες γνωσιακής συμπεριφορικής ψυχοθεραπείας και κλινικής υπνοθεραπείας σε ενηλίκους, καθώς επίσης και υπηρεσίες παιγνιοθεραπείας σε παιδιά. Η μεγάλη της αγάπη είναι η συγγραφή βιβλίων για παιδιά. Το 2011 εξέδωσε το πρώτο της παιδικό παραμύθι, Caterpillar Pauline, προσφέροντας όλα τα έσοδα στη φιλανθρωπική οργάνωση της Αγγλίας BeatBullying. Το επόμενο βιβλίο της,ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΒΕΝΤΑΛΙΑΣ, το οποίο βασιζόταν στην έρευνα που έκανε κατά τη διάρκεια του μεταπτυχιακού της στην Οξφόρδη, ήταν υποψήφιο στα Βραβεία Public 2016 στην κατηγορία «Παιδική Λογοτεχνία». Το βιβλίο της ΟΛΑ ΞΕΚΙΝΗΣΑΝ ΟΤΑΝ ΜΟΥ ΕΦΕΡΑΝ ΤΟΝ ΖΑΧΑΡΙΑ κέρδισε το Βραβείο Βιβλίου Public 2019 στην κατηγορία «Ελληνική Εφηβική Λογοτεχνία». Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν τα βιβλία της ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΒΕΝΤΑΛΙΑΣ, ΜΗΠΩΣ ΕΙΔΑΤΕ ΤΟΝ ΡΟΔΟΛΦΟ;, ΜΗΠΩΣ ΕΙΔΑΤΕ ΤΗ ΝΕΦΕΡΤΙΤΗ;, ΤΟ ΚΑΡΥ-ΚΕΥΜΕΝΟ ΚΑΛΑΜΑΡΑΚΙ, ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΛΑΜΠΕΡΟΥ ΔΙΑΜΑΝΤΙΟΥ, ΟΛΑ ΞΕΚΙΝΗΣΑΝ ΟΤΑΝ ΜΟΥ ΕΦΕΡΑΝ ΤΟΝ ΖΑΧΑΡΙΑ και ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΜΕΤ’ ΕΜΠΟΔΙΩΝ.





Η αδερφή της Χριστίνας
Κάποιοι άνθρωποι κουβαλούν πολύ περισσότερο βάρος
από ό,τι τους αναλογεί. Και οι άλλοι σπάνια το βλέπουν.

Δεν είμαι καθόλου σίγουρη τι πρέπει να κάνω για να κάνω φίλους, αλλά από την άλλη έχω μάθει τι δεν πρέπει να κάνω: δεν πρέπει να αναφέρω ότι έχω μια αδελφή με βαρύ αυτισμό. Γιατί οι άνθρωποι που ακούν για την αδελφή μου χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: σε αυτούς που με λυπούνται, σε αυτούς που απομακρύνονται και σε αυτούς που κοροϊδεύουν. Και τίποτε από αυτά δε θέλω να συμβεί στο καινούριο μου σχολείο. Δεν είναι εύκολο πράγμα να έχεις αυτισμό. Ούτε βέβαια να ζεις και με κάποιον που έχει.

Ένα βιβλίο για την εφηβεία. Για τη φιλία και τους προσωπικούς αγώνες που δίνει ο καθένας. Για την αναζήτηση ταυτότητας και θέσης στον κόσμο. Ένα βιβλίο για την απελπισία και την ελπίδα. Για τη μοναξιά και τις σχέσεις. Τα ψέματα και τις αλήθειες. Για τον θυμό και την αποδοχή. Για τα λάθη και την συγχώρεση. Για το θάρρος και τη δύναμη που πολλοί έφηβοι καλούνται να ανακαλύψουν μέσα τους.

Τρίτη, 29 Ιουνίου 2021

Συζητώντας με τον Γιώργο Γιαντά

 

Ερώτηση 1η: Ποιος/α είναι ο/η αγαπημένος/η σας συγγραφέας;

Γ.Γ.: Είναι πολλοί, δεν έχω κάποιον συγκεκριμένο ως αγαπημένο. Υπάρχουν πολλοί που με τα έργα τους με έχουν μαγέψει και ταξιδέψει. Το παράδοξο είναι πως πολλά αγαπημένα βιβλία τα ανακάλυψα σχεδόν τυχαία.


Ερώτηση 2η: Ποιο είναι το πρώτο βιβλίο που διαβάσατε;

Γ.Γ.: Η αρχή πρέπει να βρίσκεται στον μικρό πρίγκηπα του Saint Exupery. Tην ιστορία δεν τη θυμάμαι καθόλου, όμως αυτό πρέπει να υπήρξε το πρώτο βιβλίο που διάβασα μικρός.


Ερώτηση 3η: Τι σας ώθησε να ξεκινήσετε τη συγγραφή;

Γ.Γ.: Έτυχε μία περίοδος απομόνωσης, ένα μεγάλο διάστημα της ζωής σε ένα ήσυχο και απομακρυσμένο μέρος. Τότε αισθάνθηκα και μία έντονη ανάγκη να αρχίσω να γράφω στο χαρτί. Αργότερα μετακινήθηκα από το χωριό αυτό και μαζί ακολούθησε και η ανάγκη μου αυτή.


Ερώτηση 4η: Πώς θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας “Ως την τελευταία πνοή – Ο επίγονος”;

Γ.Γ.: Ένα ιστορικό μυθιστόρημα με ντοκουμέντα και ενσωματωμένες μαρτυρίες της εποχής.


Ερώτηση 5η: Πώς σας γεννήθηκε η ιδέα της συγγραφής ενός τέτοιου έργου;

Γ.Γ.: Το μικρασιατικό ζήτημα με απασχολούσε από μικρό λόγω και καταγωγής συγγενών μου. Υπήρχε μία έντονη επιθυμία να ανακαλύψω τι συνέβη εκείνη τη συγκλονιστική περίοδο, πώς πάρθηκαν οι αποφάσεις, πώς προκλήθηκε η καταστροφή και ακολούθησε η απότομη μετακίνηση τόσων ανθρώπων. Η έρευνα με οδήγησε σε τέτοια δραματικά γεγονότα, που γρήγορα, πριν καν ξεκινήσω τη συγγραφή, μεγάλο μέρος της ιστορίας είχε ήδη δημιουργηθεί στο μυαλό μου.


Ερώτηση 6η: Πόσο επίπονο και δύσκολο είναι να ολοκληρωθεί ένα ιστορικό βιβλίο για το οποίο σκέψεις, αναμνήσεις, μαρτυρίες και αλήθεια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του;

Γ.Γ.: Θα έλεγα πως η δυσκολία έγκειται στο να συνδυαστούν όλα τα παραπάνω στοιχεία, να αποδοθούν όμορφα, διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, μέσα φυσικά και από μία καλογραμμένη αφήγηση. Ένα μυθιστόρημα του είδους αποτελεί μία «σύνθεση» η οποία προφανώς και απαιτεί δεξιοτεχνία. Είναι επιτυχία να μπορεί να διαβάσει ένα τέτοιο βιβλίο ο απλός αναγνώστης ή και ο έμπειρος ιστορικός, με το ίδιο ενδιαφέρον.


Ερώτηση 7η: Μικρά Ασία, μία περιοχή γεμάτη από ελληνισμό φαντάζει τόσο μακρινή και ξένη πλέον. Πόσο δύσκολο ήταν για αυτούς τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν όλα τους τα υπάρχοντα, τις αναμνήσεις τους, τα όνειρά τους, την ίδια τους τη ζωή και να μεταβούν σε μία άλλη περιοχή;

Γ.Γ.: Είναι πραγματικά σκληρό να εγκαταλείπει βίαια κανείς τον τόπο του, τις ρίζες, τις αναμνήσεις. Οι άνθρωποι δενόμαστε με τη γη που μεγαλώσαμε, που περπατήσαμε, με τα σημεία που σταθήκαμε, συναντήσαμε φίλους, ονειρευτήκαμε. Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα, οι εμπόλεμες συγκρούσεις δημιουργούν τέτοιες καταστάσεις, ωθώντας ανθρώπους στο να αναζητήσουν μία νέα πατρίδα. Στη διαδρομή της Ιστορίας, η Μικρασιατική καταστροφή και η ανταλλαγή των πληθυσμών που ακολούθησε, παραμένει ένα τεράστιας έκτασης θλιβερό γεγονός.


Ερώτηση 8η: Οι ήρωες περιμένουν να σμίξουν ξανά ως οικογένεια. Η χρόνια αναμονή για να συμβεί αυτό θα τους κρατήσει στη ζωή. Πιστεύετε ότι βαθιά μέσα τους ξέρουν ότι αυτό είναι, αν όχι ανέφικτο, δύσκολο ή η διαίσθηση τους οδηγεί σε αυτή την πεποίθηση;

Γ.Γ.: Ίσως το να αγνοεί κάποιος την τύχη των ανθρώπων του, αποτελεί μία από τις δυσκολότερες καταστάσεις στη ζωή. Από τη στιγμή που δεν επιβεβαιώνεται το μοιραίο, κανείς δεν παύει να ελπίζει στη νίκη της ζωής, μέχρι και την τελευταία του πνοή.


Ερώτηση 9η: Τι θα θέλατε να πείτε στους αναγνώστες σας;

Γ.Γ.: Θέλω να ευχαριστήσω όσους επέμειναν να με «ακολουθούν» στη συγγραφική μου διαδρομή. Με τιμά η ανταπόκριση τους, το ενδιαφέρον και η πίστη τους στα έργα μου όλα αυτά τα χρόνια.


Ερώτηση 10η: Θα θέλατε να μας πείτε μερικά λόγια για το επόμενο συγγραφικό σας βήμα;

Γ.Γ.: Πρόκειται για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που απέχει αρκετά από το στυλ των βιβλίων αυτών, μιας και πρόκειται για μία «γκανγκστερική» ιστορία.


Β.Δ.: Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συνέντευξη που μου παραχωρήσατε! Εύχομαι κάθε επιτυχία και καλοτάξιδα τα βιβλία σας!!!

Γ.Γ.: Σας ευχαριστώ θερμά για τη ζεστή φιλοξενία και την ευκαιρία που μου δίνετε. Εύχομαι ολόψυχα καλή συνέχεια στο ιστολόγιο σας, και να συνεχίζετε με το ίδιο μεράκι αυτό που κάνετε…





Ο Γιώργος Γιαντάς κατάγεται από τη Μυτιλήνη της Λέσβου. Είναι πτυχιούχος της σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Από το 2000 εργάζεται στο Λιμενικό Σώμα ενώ ασχολείται παράλληλα με την έρευνα, τη συγγραφή και την αρθρογραφία. Κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματα του «Mindland», Εκδ. Λιβάνη 2012, «Ο Θίασος της Μαριάννας Μαλτέ», Εκδ. Λιβάνη, 2014, «Aύριο», Εκδ. Λιβάνη 2016, «Βαβέλ», Εκδ. Λιβάνη 2017, «Για ένα παιδί», Εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές, 2019. Τα βιβλία του «Για ένα παιδί» και «Βαβέλ» έχουν βραβευτεί (Βιβλία χρονιάς 2019) από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων. Facebook-Προσωπικό Iστολόγιο: Giorgos Giantas





Ως την τελευταία πνοή – Ο επίγονος
Τέλη του 1916 ήτανε που έφτασα στη Σμύρνη να βρω μια καλύτερη τύχη. Οσα ακολούθησαν από κει κι ύστερα δύσκολα τα χωρά ο νους. Λέω, τα ‘ζησα; Κι όμως τα ‘ζησα… Το τέλος του Μεγάλου Πολέμου της Ευρώπης, το όραμα του Βενιζέλου, τις εθνικές μας προσδοκίες, αλλά και τα συμφέροντα, τις ψεύτικες υποσχέσεις, τον άσβεστο διχασμό και την καταστροφή. Πολέμησα, έζησα τον έρωτα, πλήγωσα, αγάπησα. Το ριζικό σου όμως θα το διαβαίνει πάντα η τύχη; Κι η αγάπη; Θα σε περιμένει για πάντα; Δεν είναι γραμμένα εδώ μέσα μονάχα όσα είδα, μα είναι κρυμμένη κι η ζεστή αγκαλιά εκείνης. Γι’ αυτήν έτρεξα να προλάβω τη φωτιά. Αυτή είναι η ιστορία μου…

Τρίτη, 22 Ιουνίου 2021

Συζητώντας με την Κατερίνα Μαλακατέ

 

Ερώτηση 1η: Ποιος/α είναι ο/η αγαπημένος/η σας συγγραφέας;

K.M.: Δύσκολη ερώτηση για κάποιον που διαβάζει πολύ, σαν να σου ζητάνε να ξεχωρίσεις ποιο παιδί σου αγαπάς πιο πολύ. Ίσως ο αγαπημένος μου να είναι ο Κάφκα. Είναι αυτός που συνέτριψε κάθε συγγραφική βεβαιότητα των συγχρόνων του και καθόρισε όλη τη λογοτεχνία του περασμένου αιώνα, μάλλον και του τωρινού.


Ερώτηση 2η: Ποιο είναι το πρώτο βιβλίο που διαβάσατε;

K.M.: Το πρώτο βιβλίο που διάβασα μόνη μου ήταν δανεικό, «Ο Τσάρλυ και το εργοστάσιο της σοκολάτας». Το θυμάμαι ακόμα με πολλές λεπτομέρειες, ίσως γιατί το διάβασα τόσες φορές απανωτά πριν το επιστρέψω. Ήμουν ακόμη παιδί φυσικά, κι έκτοτε δεν σταμάτησα ποτέ να διαβάζω, η μυθοπλασία είναι η παρηγοριά μου, αν και διαβάζω πολύ συχνά ενδιάμεσα και non-fiction.


Ερώτηση 3η: Τι σας ώθησε να ξεκινήσετε τη συγγραφή;

K.M.: Ήμουν πολύ μικρή όταν ξεκίνησα να γράφω. Εικάζω τώρα πως με οδήγησαν στο γράψιμο η μοναξιά, η αγάπη για το διάβασμα, το ξεμυάλισμά μου από τις ιστορίες. Άρχισα να γράφω ποιήματα πριν μπω στην εφηβεία, διηγήματα και μικρά πεζά μετά τα είκοσι. Το πρώτο μου μυθιστόρημα το έγραψα στα 25. Δεν εκδόθηκε ποτέ.


Ερώτηση 4η: Πώς θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας “Χωρίς πρόσωπο”;

K.M.: Το «Χωρίς πρόσωπο» είναι το πιο προσωπικό μου βιβλίο, αυτό που έχει περισσότερα στοιχεία από μένα. Είναι ένα γυναικείο βιβλίο, γιατί το έγραψα απελευθερωμένη, χωρίς να θέλω να μιμηθώ την αντρική γραφή. Φυσικά η θεματολογία του είναι σκληρή, η γυναικεία γραφή δεν αποκλείει κανένα θέμα, είναι απλά πιο σπειροειδής, έχει έναν κυματισμό που σπάνια τον συναντάμε σε βιβλία γραμμένα από άντρες.


Ερώτηση 5η: Αυτοχειρία. Πόσο εύκολο ή δύσκολο πιστεύετε ότι είναι για έναν άνθρωπο να προβεί σε μία τέτοια πράξη;

K.M.: Δύσκολο είναι, αδιανόητο ίσως, απαιτεί συγκεκριμένη ψυχοσύνθεση, γιατί αντιτάσσεται σε όλα μας τα ένστικτα. Οι άνθρωποι είμαστε περίπλοκοι, αυτό που δεν καταλαβαίνουμε απόλυτα με τη λογική μπορούμε να το επεξεργαστούμε με το συναίσθημα. Μόνο έτσι, μέσω της τέχνης, τέτοιες πράξεις βρίσκουν τη θέση τους στην ανθρώπινη πραγματικότητα.


Ερώτηση 6η: Οιδιπόδεια συμπλέγματα. Πόσο εξαρτημένοι μπορεί να είναι κάποια παιδιά, ανήλικα ή ενήλικα, με τους γονείς τους και πού μπορεί να οφείλεται αυτό; Ποια είναι η προσωπική σας άποψη;

K.M.: Οι γονείς μας μας καθορίζουν, αλλά ως ενήλικοι είμαστε υπεύθυνοι πια για τη δική μας ζωή, τις επιλογές μας. Όταν τα ενήλικα παιδιά αφήνουν τους γονείς να τα εγκλωβίσουν σε μια γυάλα, από αγάπη, ή να τους φορτώσουν τα δικά τους θέλω, τότε δεν ωριμάζουν. Η αγάπη για τους γονείς δεν παύει ποτέ. Η εξάρτηση είναι το θέμα. Είναι στάδιο ωρίμανσης να απεξαρτηθείς από αυτόν που σε γέννησε και φανερά σε αγαπάει πιο πολύ από όλους, χωρίς να απομακρυνθείς από κοντά του.


Ερώτηση 7η: Μεταμόσχευση προσώπου. Θεωρείτε ότι όταν το θέμα φτάσει σε εμάς μπορεί να μας κάνει να αναθεωρήσουμε κάθε προσωπική πεποίθηση που πιθανόν έχουμε;

K.M.: Η μεταμόσχευση προσώπου είναι ένα σπουδαίο ιατρικό επίτευγμα. Αυτό μου κίνησε την περιέργεια στην αρχή, από εκεί ξεκίνησε η έρευνα για το μυθιστόρημα. Όμως γίνεται μια καλή λογοτεχνική αφορμή γιατί είναι ένα τεράστιο σημείο καμπής, το πριν και το μετά, χωρίς και με πρόσωπο. Το θέμα είναι ακριβώς αυτό, αρκεί κάτι, έστω και τόσο μεγαλειώδες, για να αναθεωρήσεις όλα όσα είσαι. Απάντηση δεν υπάρχει, το βιβλίο βάζει μόνο το ερώτημα. Αλλά αξίζει κανείς να αναρωτηθεί.


Ερώτηση 8η: Η συζήτηση με έναν ειδικό, πχ ψυχολόγο, θα βοηθήσει τον Διονύση να προχωρήσει. Ένα δεύτερο “μάτι”, ειδικό ή μη, μπορεί να μας βοηθήσει να προχωρήσουμε μπροστά και να δούμε υπό άλλο πρίσμα κάθε γεγονός;

K.M.: Η εμπειρία μου από την ψυχοθεραπεία λέει ναι. Είναι σημαντικό και μόνο να μιλήσεις για αυτό που είναι βαθιά μέσα σου και σε φοβίζει, μπορεί να είναι εμπειρία, σχέση, η μάνα σου, συνηθέστερα είναι ο ίδιος σου ο εαυτός.


Ερώτηση 9η: Τι θα θέλατε να πείτε στους αναγνώστες σας;

K.M.: Να συνεχίσουν να διαβάζουν βιβλία.


Ερώτηση 10η: Θα θέλατε να μας πείτε μερικά λόγια για το επόμενο συγγραφικό σας βήμα;

K.M.: Είναι νωρίς να μιλήσουμε για το επόμενο βιβλίο μου. Έχω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα στα σκαριά, βέβαια κανείς δεν ξέρει αν θα ολοκληρωθεί. Έχω και μια συλλογή διηγημάτων, ποιήματα. Το σίγουρο είναι πως γράφω πολύ, όπως πάντα.


Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συνέντευξη που μου παραχωρήσατε! Εύχομαι κάθε επιτυχία και καλοτάξιδα τα βιβλία σας!!!





Η Κατερίνα Μαλακατέ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Σπούδασε φαρμακευτική στο ΕΚΠΑ. Το 2013 εκδόθηκε η νουβέλα της Κανείς δεν θέλει να πεθάνει. Το μυθιστόρημά της Το σχέδιο (Μελάνι, 2016) ήταν υποψήφιο για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη του περιοδικού Κλεψύδρα. Διηγήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε ομαδικές συλλογές, καθώς και σε πολλά έντυπα και διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά.
Διατηρεί το ιστολόγιο www.diavazontas.blogspot.com, ενώ είναι συνιδιοκτήτρια του βιβλιοπωλείου Booktalks.





Χωρίς πρόσωπο
Είμαι ένας λεπρός αποσυνάγωγος, αυτό είμαι. Ο άντρας που τον βλέπεις τυχαία στον δρόμο και κατεβάζεις το κεφάλι για να μη σε χαιρετήσει. Είμαι αυτός που φοβούνται τα παιδάκια τη νύχτα· και τη μέρα. Είμαι εγώ που ποτέ δεν θα με καλέσεις για ένα ποτό, όσες φορές κι αν συναντηθούμε. Ζω τη νύχτα για να τρομάζω τα παιδιά. Κοιμάμαι τη μέρα για να αποφεύγω τους καθρέφτες. Υπάρχω ακόμη, κι ας μη με θες. Υπάρχω ακόμα κι αν βασανίζω όσους με αγαπούν. Αν με αγαπήσεις, μείνε μακριά. Κανείς δεν θέλει να δει το πρόσωπο του τέρατος.

Πάνω σε έναν καβγά με τη μητέρα του, ο 23χρονος Διονύσης αυτοπυροβολείται. Το μισό του πρόσωπο διαλύεται. Χωρίς μύτη, στόμα, μάγουλα, δυσκολεύεται να φάει και να μιλήσει, επιβιώνει στη σκιά με μόνη συντροφιά τους γονείς του. Για αρκετό καιρό ζει μέσα στα σόσιαλ μίντια, κρυμμένος πίσω από την οθόνη του υπολογιστή του. Ώσπου ένα βράδυ τον βρίσκει η ελπίδα, μια γιατρός τού στέλνει υλικό για την εγχείρηση που θα τον σώσει ― μεταμόσχευση προσώπου. Μπορεί όμως το πρόσωπο ενός άλλου να σου δώσει πίσω τα χαμένα χρόνια; Πώς ωριμάζει κανείς χωρίς ρυτίδες; Πώς ερωτεύεται με νέα ταυτότητα.

Ένα μυθιστόρημα που πραγματεύεται ζητήματα βιοηθικής, αλλά και τον έρωτα, την οικογένεια, τους μητρικούς και πατρικούς δεσμούς, τις σχέσεις την εποχή του διαδικτύου.

Τρίτη, 15 Ιουνίου 2021

Συζητώντας με τη Ρία Φελεκίδου

 

Ερώτηση 1η: Ποιος/α είναι ο/η αγαπημένος/η σας συγγραφέας;

Ρ.Φ.: Αν επέλεγα έναν από όσους αγαπώ θα αδικούσα τους υπόλοιπους. Αφήστε που δεν πιστεύω πως τη μέγιστη εύνοιά μας την αποδίδουμε σε έναν ή περισσότερους συγγραφείς για πάντα. Πιθανόν υπάρχουν αναγνώστες παθιασμένοι με έναν συγγραφέα διά βίου, αλλά δεν νομίζω πως αυτό είναι ο κανόνας. Ίσως περισσότερο τα βιβλία που διαβάσαμε σε μικρότερη ηλικία και κατά συνέπεια οι συγγραφείς τους να έχουν μείνει στην προστατευτική κάψα της τρυφερής μας νιότης, ανέγγιχτοι από τις επιρροές του χρόνου και καμιά νέα αγάπη δεν μπορεί να διεκδικήσει την πρωτοκαθεδρία τους. Γι’ αυτό θα απαντήσω φέρνοντας στο προσκήνιο τις πρώτες μου αγάπες, τους συγγραφείς που πάντα θα φωτίζουν τις αναγνωστικές επιλογές μου με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Σε ό,τι αφορά την πεζογραφία λοιπόν οι συγγραφείς που με μάγεψαν στην παιδική μου ηλικία ήταν ο Ντίκενς, ο Αλέξανδρος Δουμάς (ο πατέρας), ο Μάρκ Τουέιν και η Άλκη Ζέη, ενώ στην εφηβεία είχα την τύχη να συναντηθώ με τον Ντοστογιέφσκι, τον Καζαντζάκη και τον Λουντέμη. Οι πρώτοι ποιητές που λάτρεψα, αν και αρκετά μικρή για να αναμετρηθώ μαζί τους, ήταν ο Καρυωτάκης και ο Ελύτης.


Ερώτηση 2η: Ποιο είναι το πρώτο βιβλίο που διαβάσατε;

Ρ.Φ.: Το πρώτο βιβλίο παραμυθιών που διάβασα μόνη μου ήταν ένα βιβλίο με σκοτεινά παραμύθια που ξεκλείδωσαν μια περιοχή όπου η μαγεία συνωμοτούσε με την ποίηση μέσα μου. Ένα βιβλίο που πολύ θα ’θελα να συναντήσω σε κάποιο παλαιοβιβλιοπωλείο σήμερα, για να δω βιωματικά πόσο μεγάλη είναι η απόσταση του ενθουσιασμού του μαγεμένου παιδιού από την απόκριση του έμπειρου αναγνωστικά ενήλικα, αλλά κυρίως για να δω τι μερίδιο είχε η φαντασία στη διαμόρφωση αυτής της μυθικής μνήμης. Ωστόσο, το πρώτο μυθιστόρημα που διάβασα ήταν ο Όλιβερ Τουίστ σε μια χορταστική έκδοση για παιδιά, που το ξεκίνημα της ανάγνωσής του συνέπεσε με το ξεκίνημα του σχολείου μου στην Α΄ Δημοτικού. Η πλοκή, η ατμόσφαιρα και οι χαρακτήρες σε συνδυασμό με τη χαρά για την έκταση της ιστορίας που μου εξασφάλιζε μια διάρκεια απόλαυσης με έκαναν να μην καταλάβω πότε πέρασαν οι ώρες που περίμενα μετά τον δικό μου αγιασμό στο σχολείο της εκπαιδευτικού μητέρας μου να τελειώσει τις εξετάσεις. Το βιβλίο αυτό αποτέλεσε το καλύτερο εφαλτήριο για το ξεκίνημα της σχολικής μου ζωής και η αναδρομή σε εκείνη την πρώτη μέρα στοιχίζεται πάντα με ένα ζωηρό φως και την αίσθηση μιας μεγάλης ανακάλυψης, της λογοτεχνικής ανάγνωσης.


Ερώτηση 3η: Τι σας ώθησε να ξεκινήσετε τη συγγραφή;

Ρ.Φ.: Στο τέλος της Δευτέρας Δημοτικού η δασκάλα της τάξης μού ζήτησε αν θέλουμε να γράψουμε ένα ποιηματάκι για τον ερχομό του καλοκαιριού. Ήταν η πιο χαρισματική εποχή του χρόνου για τα περισσότερα παιδιά, τότε που η σχολική χρονιά οδεύει στο τέλος της, η φύση γιορτάζει και κυριαρχεί η προσμονή ενός ακόμα ατέλειωτου καλοκαιριού, όπως ήταν εκείνα των παιδικών μας χρόνων. Άρχισα λοιπόν να γράφω σε ένα μικρό τετραδιάκι ομοιοκατάληκτα τετράστιχα, που το ένα διαδεχόταν το άλλο, εικονοποιώντας την εποχή και τα συναισθήματά μου, και ενώ το ποίημα κάπου άρχιζε, αρνιόμουν να το τελειώσω. Όταν έβαλα την οριστική τελεία είχα κιόλας καταλάβει πως αυτός ο καινούργιος δρόμος ήταν γεμάτος υποσχέσεις και απαιτήσεις κι ίσως εξελισσόταν σε έναν από τους πιο σημαντικούς στη ζωή μου. Συνέχισα να γράφω ποίηση μέχρι και σήμερα, αργότερα και πεζά για παιδιά και ενήλικες, αν και άργησα να επιχειρήσω τις πρώτες εκδοτικές μου προσπάθειες. Περπατώ ακόμη στον δρόμο αυτό, αναζητώντας αυτά που δεν έχω ανακαλύψει κι είμαι σίγουρη πως δεν είμαι ούτε στην αρχή του.


Ερώτηση 4η: Πώς θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας “Ο βασιλιάς Ναι Ναι”;

Ρ.Φ.: «Ο βασιλιάς Ναι Ναι» ανήκει στη σειρά «Μικρές Καληνύχτες» των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ και είναι κατά τη γνώμη μου συνεπής με το concept της σειράς, που είναι ιστορίες με ήρωες και αναφορές από τα κλασικά παραμύθια, μέσα από μια πιο πρωτότυπη και σύγχρονη ματιά και νέες προεκτάσεις. Ο βασιλιάς Ναι Ναι είναι ένας βασιλιάς με εντελώς δική του προσωπικότητα που η έντονη ροπή του στο ναι -όπως μαρτυρά και το όνομά του- θα τον βάλει σε μπελάδες. Η ιστορία είναι πολυπρόσωπη, με πολλά διασκεδαστικά επεισόδια, εικόνες και ανατροπές και πιστεύω πως θα ήταν ιδανική και για μια θεατρική διασκευή.


Ερώτηση 5η: Ο βασιλιάς του παραμυθιού σας λέει πάντα “Ναι”. Για ποιους λόγους οι περισσότεροι άνθρωποι συνηθίζουν να λένε “Ναι” και αποφεύγουν το “Όχι”;

Ρ.Φ.: Η σχέση μας με το ναι και το όχι συχνά καθρεφτίζει τον χαρακτήρα μας. Το ναι μπορεί να είναι επιλογή απάντησης αδιακρίτως, για πολλούς λόγους. Κάποιοι κρύβουν πίσω από το ναι τις ανασφάλειές τους και την ανάγκη να τους αποδέχονται οι άλλοι, γιατί πιστεύουν πως δεν θα γίνουν αποδεκτοί αν διαφωνήσουν μαζί τους. Άλλοι απλώς δεν είναι συγκρουσιακοί και προκειμένου να εμπλέκονται σε κόντρες και αντιπαλότητες κρίνουν προτιμητέο να συμφωνούν με όλους και για όλα. Άλλοι πάλι δεν θέλουν να δυσαρεστούν κανέναν από υπερβολική ηπιότητα και καλοσύνη. Το ναι μπορεί να το πει κάποιος και από αδιαφορία για την ουσία της επίμαχης πρότασης, μπορεί και να είναι απλώς μια διαφυγή από την κατά μέτωπο αντιμετώπιση του όποιου προβλήματος. Συχνά πάντως θέλει κότσια και ξεκάθαρη, τεκμηριωμένη άποψη για να αντιπαραθέσεις ένα ισχυρό και πειστικό όχι. Ίσως θα έπρεπε να ψυχαναλύσουμε τον βασιλιά, για να εντοπίσουμε τα ακριβή αίτια της σωρείας των ναι του!


Ερώτηση 6η: Ο βασιλιάς δέχεται να κάνει κάθε δουλειά. Θεωρείτε ότι για να αποκτήσουμε ενσυναίσθηση οφείλουμε να μπούμε στη θέση των άλλων;

Ρ.Φ.: Πράγματι, πιστεύω πως μόνο η ουσιαστική εμπλοκή με την πραγματικότητα των άλλων, και κυρίως η βιωματική, διασφαλίζουν την απόκτηση ενσυναίσθησης, την ουσιαστική κατανόηση και επικοινωνία. Αυτή η διαπίστωση αποκτά ακόμα μεγαλύτερο ειδικό βάρος όταν αφορά την ενσυναίσθηση που οφείλει να έχει ένας εκπρόσωπος της εξουσίας σχετικά με τη ζωή, τη δουλειά και τα προβλήματα του λαού του. Ακόμα και στις σύγχρονες δημοκρατίες δεν συνηθίζεται οι εκπρόσωποι της εξουσίας να «μπαίνουν στα παπούτσια» των αρχόμενων για να αντιληφθούν βιωματικά τις ανάγκες και τα προβλήματά τους. Και αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός πως τις περισσότερες φορές ζουν ξεκομμένοι από τη ζωή και την καθημερινότητα των πολλών, σε ένα σχεδόν παράλληλο σύμπαν, όπου σχεδιάζουν επί χάρτου με χάρτινα και αριθμητικά δεδομένα, που αντιγράφουν ανεπαρκώς την πραγματικότητα, οδηγούν σε μια διαχείριση που συχνά δημιουργεί ή διαιωνίζει προβλήματα αντί να τα επιλύει. Ο βασιλιάς Ναι Ναι όμως παρακάμπτει το φωτοστέφανο της εξουσίας του και ισοσταθμίζει το βλέμμα του και τις ενέργειές του με εκείνα των υπηκόων του.


Ερώτηση 7η: Πώς σας γεννήθηκε η ιδέα της συγγραφής αυτού του όμορφου παραμυθιού;

Ρ.Φ.: Νομίζω από τη σχέση που έχουμε οι περισσότεροι με τα ναι και τα όχι μας, που για πολλούς αποτελεί ένα διαρκές στοίχημα. Τα αδικαιολόγητα ναι και όχι γεννούν προβλήματα που δεν φανταζόμαστε όταν τα ξεστομίζουμε ή συρρικνώνουν τις δυνατότητες να εξελιχτούμε και να αλληλεπιδράσουμε ικανοποιητικά με τους άλλους. Ένα άλλο αρχικό ερέθισμα ήταν η επιθυμία μου να «πειράξω» στερεοτυπικές παραμυθικές μορφές (έναν βασιλιά στην περίπτωση αυτή) αποκαθηλώνοντάς τον δημιουργικά από το άβατο του θρόνου του και πλάθοντας έναν χαρακτήρα γήινο και καθημερινό, με κοινωνικοψυχαναλυτικές προεκτάσεις, ανάλογα με την ανάγνωση που θα επιλέξει να κάνει ο καθένας.


Ερώτηση 8η: Έχετε εκδώσει παιδικά βιβλία, ποιητικές συλλογές και νουβέλα. Ποιο λογοτεχνικό είδος σας αρέσει περισσότερο και γιατί; Επίσης, ποιο από αυτά, κατά την προσωπική σας άποψη, είναι το πιο δύσκολο;

Ρ.Φ.: Ακούγεται ίσως υπεκφυγή, αλλά δεν μπορώ να ιεραρχήσω τις αγάπες μου. Η ποίηση είναι συχνά ο τρόπος μου να απαντώ σε εκείνα που με φοβίζουν, με θυμώνουν, με συγκινούν, με τρομάζουν. Ο ποιητικός λόγος είναι το σωσίβιο και η αντίστασή μου στα κακώς κείμενα και στα ισχυρά ερεθίσματα, τα οποία η ζωή -εκ των έσω ή από το περιβάλλον- συνεχώς μας δίνει. Η συγγραφή των βιβλίων για παιδιά είναι η μέγιστη χαρά, η τακτική επιστροφή στο περιβόλι της παιδικότητας, που έτσι μοιάζει να μην είναι οριστικά χαμένη. Κανένας δεν κέρδισε το στοίχημα της αιώνιας νεότητας, αλλά δεν υπάρχει τίποτα πιο μαγικό για μένα από την επανασύνδεση με το παιδί μέσα μας, που μη νομίζετε, όσο και να το καταπιέζουμε, διεκδικεί την ύπαρξή του στην ενήλικη ζωή μας. Γράφοντας για παιδιά, συντηρώ κι ενισχύω αυτούς τους δεσμούς, θυμάμαι πώς είναι να παίζεις και να γελάς σαν να μην υπάρχει αύριο, που συνηθίζουν να λένε και τα λίγο μεγαλύτερα παιδιά. Η συγγραφή πεζών για ενήλικες είναι το μεγάλο στοίχημα για μένα, γιατί ενώ με συγκινεί, θεωρώ πως έχω αργήσει να εμπλακώ όσο ουσιαστικά θέλω. Επίσης δεν μπορώ να αξιολογήσω ποιο είδος είναι πιο απαιτητικό, γιατί το καθένα έχει τις ιδιαιτερότητές του. Πρέπει να τριφτείς και να ζυμωθείς με τα πλαίσια που υπάρχουν και τα δικά σου όρια, κάποτε ακόμα και να τα υπερβείς για να πετύχεις μέρος των στόχων σου και κυρίως για να εξελίσσεσαι. Σίγουρα τα κείμενα μεγαλύτερης έκτασης, είτε για παιδιά είτε για ενήλικες, και η ανάγκη προηγούμενης έρευνας σε οποιοδήποτε επίπεδο απαιτούν περισσότερο χρόνο.


Ερώτηση 9η: Τι θα θέλατε να πείτε στους αναγνώστες σας;

Ρ.Φ.: Στα παιδιά αναγνώστες μου θα έλεγα να μην ξεχνούν πως η ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων είναι ένα πολύτιμο δώρο και η απόλαυση που μας προσφέρει κερδίζεται πόντο πόντο ή για την ακρίβεια βιβλίο βιβλίο. Κάθε νέο βιβλίο που διαβάζουμε μας κάνει πιο ανοιχτούς και συνάμα πιο έμπειρους και απαιτητικούς. Είναι μια αργή διαδικασία μύησης και συμβουλεύω να εμπιστευτούν τον χρόνο και τη μαγεία της ανάγνωσης, μέχρι να γίνουν αληθινοί και συστηματικοί αναγνώστες και τότε πια δεν θα μπορούν να τη στερηθούν. Στους γονείς θα έλεγα να δοκιμάσουν να διαβάζουν βιβλία στα παιδιά τους, έξω από το πλαίσιο κάθε υποχρεωτικότητας, σμίγοντας και συμφιλιώνοντας το διάβασμα με το παιχνίδι. Παιχνίδια ρόλων, διαφορετικές φωνές κατά την ανάγνωση, μορφασμοί και χειρονομίες, ακόμα και αστεία σχόλια ή ερωτήσεις δικά τους θα ιντριγκάρουν το παιδί μέσα από τη δεξιότητα που έχει ήδη κατακτήσει -το παιχνίδι- και θα βάλουν τις βάσεις για τη δημιουργία του μελλοντικού αναγνώστη. Σε όλους τους αναγνώστες μου θα έλεγα να είναι ανοιχτοί στα διάφορα λογοτεχνικά είδη και να μη διστάζουν να πειραματίζονται, γιατί όλα τα είδη μπορούν να κεντρίσουν τη σκέψη τους, να τους πλουτίσουν με ιδέες και εικόνες και να τους ψυχαγωγήσουν. Υπάρχουν άνθρωποι που χωρίς να έχουν διαβάσει ποτέ τους ποίηση, όχι τουλάχιστον μετά τα σχολικά τους εγχειρίδια, δάκρυσαν στο άκουσμα ενός ποιήματος ή βρήκαν σε ένα ποίημα κάτι από τον εαυτό τους. Και σίγουρα όλοι όσοι διαβάσαμε ιστορίες σε μικρά παιδιά θυμόμαστε κάποιες φορές τον εαυτό μας να στέκεται έκπληκτος ή γοητευμένος στο άκουσμά τους.


Ερώτηση 10η: Θα θέλατε να μας πείτε μερικά λόγια για το επόμενο συγγραφικό σας βήμα;

Ρ.Φ.: Τι να σας πω τώρα; Νομίζω πως αυτή είναι η πιο δύσκολη ερώτηση, γιατί έχω διάφορα πράγματα σε εξέλιξη, όχι όμως ολοκληρωμένα. Το σίγουρο είναι πως έχω ανοιχτεί σε όλα τα μέτωπα, συνεχίζω να γράφω παιδικά, ποίηση και πεζά, γιατί για μένα δεν είναι ξεχωριστοί κόσμοι αλλά κομμάτια του ίδιου κόσμου, του δικού μου, που θέλω να μοιράζομαι με τους αναγνώστες μου. Περιμένω την έκδοση ενός ακόμα παιδικού βιβλίου από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ και σύντομα θα βγει και μια διασκευή μου, ενός πολυαγαπημένου κλασικού παραμυθιού, από τη σειρά «Μικρές Καληνύχτες». Έχω ολοκληρώσει μια συλλογή με διηγήματα, μια νέα ποιητική συλλογή ασφυκτιά μέσα στο συρτάρι μου και γράφω ένα μυθιστόρημα για μεγάλους αναγνώστες. Αυτά! Σας ευχαριστώ κι εγώ πολύ για τη συνέντευξη και τις ενδιαφέρουσες ερωτήσεις σας. Να είστε καλά!


Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συνέντευξη που μου παραχωρήσατε! Εύχομαι κάθε επιτυχία και καλοτάξιδο το βιβλίο σας!!!





Η Ρία Φελεκίδου σπούδασε Νομική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Δημοσιογραφία στο Εργαστήριο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του Μεταπτυχιακού ετήσιου Προγράμματος Παιδαγωγικής Κατάρτισης της ΑΣΠΑΙΤΕ και πτυχιούχος του Μεταπτυχιακού Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Εργάστηκε ως δικηγόρος και δημοσιογράφος στη Λάρισα και στη Θεσσαλονίκη. Σήμερα δουλεύει ως εκπαιδευτικός στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση σε σχολεία και διοικητικές θέσεις, ενώ υπήρξε μέλος της Ομάδας Διαχείρισης, Συντονισμού και Παρακολούθησης της Εκπαίδευσης Προσφύγων του Υπουργείου Παιδείας. Έχει εκδώσει οκτώ παιδικά βιβλία, μία νουβέλα και τρεις ποιητικές συλλογές.





Ο βασιλιάς Ναι Ναι
Ένας βασιλιάς που μόνο «ναι» απαντάει και ποτέ χατίρι δε χαλάει! Τη μια τη βασιλική κορόνα του χαρίζει και την άλλη παρέα με τον κηπουρό του ποτίζει και σκαλίζει. «Βασιλιά μου, θέλω εκείνο, βασιλιά μου, θέλω το άλλο!» Όλοι οι υπηκόοι για απάντηση παίρνουν ένα «ναι» μεγάλο! Με τόσα «ναι» στο πιάτο, το βασίλειο έγινε άνω κάτω. Πώς να μπει μια τάξη; Θα μάθει άραγε ο βασιλιάς να λέει και κανένα «όχι»;