Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019

Συζητώντας με τη Στεφανί Ιακώβου για το "Ημίφως ΙΙ: Στην Άλλη Πλευρά"

Ερώτηση 1η: Τι σημαίνει λογοτεχνία για εσάς;

Σ.Ι.: Απόδραση. Είναι το καλύτερο μέσο για να ξεφύγω από τα προβλήματα της καθημερινότητας, να ξεκουραστώ, να ταξιδέψω σε άλλους κόσμους, να ανακαλύψω καινούρια πράγματα, να νιώσω στο έπακρο όλων των ειδών τα συναισθήματα: Χαρά, λύπη, πόνο, θυμό, ανακούφιση, συγκίνηση, αγαλλίαση, ενθουσιασμό, τα πάντα. Είτε γράφω εγώ, είτε διαβάζω, προσπαθώ να πάρω όσα περισσότερα μπορώ από την ιστορία, καθώς «βυθίζομαι» ολοκληρωτικά μέσα στο βιβλίο μου.


Ερώτηση 2η: Ποια είναι η πηγή έμπνευσής σας;

Σ.Ι.: Η αρχή για να ξεκινήσω το γράψιμο του πρώτου μου βιβλίου, του «Ημίφως: Το κάστρο του Τύμβρη» αποτέλεσε ένα τραγούδι, μια δυναμική ροκ μπαλάντα, την οποία αγαπώ πολύ και για την οποία, ακούγοντάς την μετά από χρόνια, ένιωσα την ανάγκη να γράψω μια ιστορία. Έπειτα από αυτό, κι άλλα τραγούδια, βιβλία, αλλά και αγαπημένα μέρη στα οποία ταξιδεύω συχνά, αποτέλεσαν και αποτελούν πηγή έμπνευσης για να συνεχίσω το γράψιμο και να εξελίξω την ιστορία μου.


Ερώτηση 3η: Τι συναισθήματα νιώθετε κατά τη διάρκεια της συγγραφής;

Σ.Ι.: Τα πάντα. Όπως ανέφερα και πιο πριν, νιώθω κάθε ιστορία στο έπακρο, κι έτσι παρασύρομαι κάθε φορά σε μια θύελλα συναισθημάτων, θετικών, αρνητικών, οτιδήποτε. Ειδικά στα βιβλία που γράφω, φροντίζω κάθε φορά να μπαίνω ολοκληρωτικά μέσα στο μυαλό και στην ψυχή του κάθε χαρακτήρα μου, είτε αυτός είναι πρωταγωνιστής ή δευτεραγωνιστής, «καλός» ή «κακός», κι έτσι σκέφτομαι ό,τι σκέφτεται και νιώθω ό,τι νιώθει εκείνος. Σαν συγγραφέα, αυτό με συνεπαίρνει, με ξεκουράζει και με ζωογονεί, κι όταν καταφέρω να αποδώσω σωστά αυτά που θέλω, η ικανοποίηση που νιώθω και η πληρότητα που μου προκαλεί εκείνο το συναίσθημα είναι ανεκτίμητες.


Ερώτηση 4η: Πώς θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας “Ημίφως ΙΙ: Στην άλλη πλευρά”;

Σ.Ι.: Όπως και το πρώτο μου βιβλίο, που είναι το πρώτο μέρος της τριλογίας, το «Ημίφως ΙΙ: Στην άλλη πλευρά», είναι ένα βιβλίο φαντασίας, ένα παραμύθι τρομακτικό, ρομαντικό και μυστηριώδες, που δεν γράφτηκε για παιδιά, αλλά για μεγάλους. Μπορώ να πω ότι η διαφορά μεταξύ των δύο βιβλίων είναι πως στο δεύτερο χάνεται λίγο η «αθωότητα» που υπάρχει στο πρώτο, και, λόγω των διάφορων καταστάσεων, είναι λίγο πιο σκοτεινό, πιο μελαγχολικό και ίσως-ίσως, πιο αινιγματικό. Το δεύτερο βιβλίο λειτουργεί σαν «γέφυρα» μεταξύ του πρώτου και του τρίτου μέρους της τριλογίας, καθώς εξηγεί αρκετά πράγματα που έγιναν στο πρώτο βιβλίο και θέτει τις βάσεις για τη δράση και την κορύφωση του τρίτου.


Ερώτηση 5η: Η Ρωξάνη βρίσκεται πλέον στην άλλη πλευρά. Πιστεύετε ότι όταν οι άνθρωποι έχουν ανοιχτές υποθέσεις η ψυχή τους μένει στο ενδιάμεσο;

Σ.Ι.: Δεν πιστεύω στα φαντάσματα. Πιστεύω ότι θα ήταν ενδιαφέρον το να γινόταν αυτό, δηλαδή το να έμεναν «πίσω» όσοι νεκροί είχαν ανοιχτές υποθέσεις, αλλά δεν πιστεύω ότι ισχύει. Το βιβλίο μου είναι καθαρά βιβλίο φαντασίας, κι ό,τι γράφω, ξεπηδάει μέσα από την ανάγκη μου να ξεφύγω από αυτά που πιστεύω ότι ισχύουν στην πραγματικότητα.


Ερώτηση 6η: Ο Αλέξανδρος θα συντριβεί από τον χαμό της αγαπημένης του. Θεωρείτε ότι ο χαμός ενός πολύ δικού μας και αγαπημένου μας προσώπου μας οδηγεί στην τρέλα, στην απομόνωση ή στον κατακερματισμό μας;

Σ.Ι.: Πιστεύω ότι αν θα γίνει αυτό, εξαρτάται ολοκληρωτικά από εμάς και το χαρακτήρα μας. Ο Αλέξανδρος είναι άνθρωπος παράφορος, που ζει έντονα κάθε συναίσθημα, που φτάνει συχνά στα άκρα, που τις περισσότερες φορές δεν γνωρίζει ποιο είναι το όριο, και ξεφεύγει από αυτό. Ο θάνατος της αγαπημένης του τον κάνει να ξεφύγει, για ακόμα μια φορά, και να βυθιστεί στην απόγνωση, καθώς και αυτός ο θάνατος προστέθηκε στο σωρό των τύψεων, των ενοχών, της οδύνης που ήδη νιώθει. Ένας άνθρωπος λιγότερο ακραίος δεν θα αντιδρούσε πιστεύω έτσι, κι ενώ η απομόνωση, η έντονη θλίψη και η αδράνεια θα ήταν φυσιολογικές για ένα χρονικό διάστημα, εντούτοις όλοι μας πιστεύω, μετά από ένα μεγάλο πένθος βρίσκουμε τον τρόπο στο τέλος να σταθούμε στα πόδια μας. Δεν υπάρχει περίπτωση να ξεχάσουμε ποτέ το αγαπημένο μας εκείνο πρόσωπο, αλλά υπάρχει κάποια στιγμή –ανάλογη του χαρακτήρα μας και της τραγωδίας που μας έχει πλήξει– που ερχόμαστε αντιμέτωποι με την ίδια τη ζωή, και σιγά-σιγά, λίγο-λίγο, στρεφόμαστε προς αυτήν, κι όχι στον θάνατο. Ένα κομμάτι του εαυτού μας θα είναι σίγουρα αφιερωμένο στο αγαπημένο εκείνο πρόσωπο, αλλά η ψυχή μας παραμένει, ακόμη κι έτσι, δυνατή, για να συνεχίσει να ζει μακριά του.


Ερώτηση 7η: Την αποκάλυψη μιας Πολιτείας θα γνωρίσουν οι αναγνώστες του βιβλίου. Η έμπνευση αυτής της Πολιτείας ήταν τυχαία ή κάτι σας ενέπνευσε;

Σ.Ι.: Στην αρχή δεν είχα σκοπό να συμπεριλάβω καμιά Πολιτεία μέσα στην τριλογία. Καθώς όμως έγραφα ακόμη το πρώτο βιβλίο, και ήμουν περίπου στη μέση του, την ονειρεύτηκα. Ήταν τόσο ζωντανό το όνειρο, και τόσο έντονες οι λεπτομέρειες από εκείνο το μέρος, που δεν μπορούσα παρά να το συμπεριλάβω στο τρίτο βιβλίο. Τώρα ξέρετε, βέβαια, ότι η Πολιτεία θα βρεθεί, οπότε πρέπει να πω ένα αργοπορημένο spoiler alert, αλλά, ούτως ή άλλως, αυτά που θα γίνουν στο τρίτο βιβλίο είναι τόσα, που δεν έχει σημασία!


Ερώτηση 8η: Η ταξική διαφορά κάνει την εμφάνισή της σε ορισμένα σημεία της ιστορίας σας. Που οφείλεται αυτό κατά την προσωπική σας άποψη; Γιατί ο άνθρωπος δε βλέπει τον συνάνθρωπό του ως οντότητα αλλά ως κοινωνική και οικονομική ή μη επιφάνεια;

Σ.Ι.: Πιστεύω ότι στον άνθρωπο αρέσει να βάζει ταμπέλες και να έχει προκαταλήψεις. Είναι μέσα στο αίμα μας, είναι ο τρόπος που έχουμε πολλές φορές για να δικαιολογούμε τη συμπεριφορά μας, να νιώθουμε λίγο καλύτεροι, να εξυψώνουμε τους εαυτούς μας –με το να καταπατούμε ή να περιφρονούμε τους άλλους. Πώς αλλιώς κάποιος να μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του αριστοκράτη, αν δεν υπάρχει ένας όχλος, μια μάζα ανθρώπων που δεν είναι; Πώς αλλιώς να θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο, αν δεν βρει τρόπους να κάνει τους άλλους να νιώθουν –ή, χειρότερα, να είναι– κατώτεροι; Στο βιβλίο η ταξική αυτή διαφορά, είναι ένα στοιχείο ανάμεσα σε άλλα που κινεί τα νήματα για να ολοκληρωθεί η πλοκή –δεν είναι εμφανές ακόμη αυτό, αλλά θα γίνει εμφανές στο τρίτο μέρος– και αυτή η ολοκλήρωση μπορεί να προκαλέσει ερωτήματα του τύπου ‘πώς αλλιώς θα έρχονταν τα πράγματα, αν δεν υπήρχε αυτή η διαφορά;’


Ερώτηση 9η: Τι θα θέλατε να πείτε στους αναγνώστες σας;

Σ.Ι.: Καλή ανάγνωση, αν δεν έχουν διαβάσει το δεύτερο μέρος της τριλογίας, υπομονή αν το έχουν κάνει! Το τρίτο βιβλίο θα έχει περισσότερη δράση, περισσότερη ένταση, περισσότερο δράμα, και όλα τα μυστήρια και απορίες θα λυθούν, ώστε να μη μείνει κανείς παραπονεμένος!


Ερώτηση 10η: Θα θέλατε να μας πείτε μερικά λόγια για το επόμενο συγγραφικό βήμα σας;

Σ.Ι.: Νομίζω ότι το έχω ήδη κάνει. Το τρίτο μέρος της τριλογίας ετοιμάζεται, και δεν πιστεύω ότι θα αργήσει πολύ.


Β.Δ.: Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συνέντευξη που μου παραχωρήσατε! Εύχομαι κάθε επιτυχία και καλοτάξιδo το δεύτερο μέρος της τριλογίας σας “Ημίφως”!!!

Σ.Ι.: Σας ευχαριστώ πολύ!!!





Η Στεφανί Ιακώβου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο. Σπούδασε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Αργότερα σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, όπου και πήρε το μεταπτυχιακό της δίπλωμα στις Ψηφιακές Τεχνολογίες, Επικοινωνία κι Εκπαίδευση. Σήμερα ζει κι εργάζεται στην Πάφο. Το βιβλίο «Ημίφως: Το κάστρο του Τύμβρη» είναι το πρώτο της βιβλίο.
(2019) Ημίφως ΙΙ: Στην Άλλη Πλευρά, Εκδόσεις Πηγή
(2017) Ημίφως: Το κάστρο του Τύμβρη, Εκδόσεις Πηγή





Ημίφως II: Στην Άλλη Πλευρά
«Νομίζεις ότι δεν πόνεσα; Πιστεύεις ότι δεν υποφέρω; Οι τύψεις με τυραννούν ανηλεώς, μέρα και νύχτα… ο ύπνος αρνείται να μου σφαλίσει τα μάτια, κι όταν το κάνει, ποτέ δεν μου χαρίζει έστω και μια στιγμή την ανακούφιση της λήθης… κλείνω τα μάτια μου και τη βλέπω, τ’ ανοίγω, και είναι πάλι εκεί! Νεκρή, και καταματωμένη, με τα βλέφαρά της κλειστά… και ύστερα, να σου την, εμφανίζεται μπροστά μου, ζωντανή, κι όμως πάλι νεκρή, τα χέρια μου γλιστράνε μέσα της, το κορμί της δεν είναι παρά αχνός και αέρας…»
Μέσα στους κρύους τοίχους του κάστρου του Τύμβρη, μια κατάρα περιμένει να λυθεί, με την εκπλήρωση μιας προφητείας αποτελούμενης από τέσσερις λέξεις.
Οι τέσσερις αυτές λέξεις που σκιάζουν για αιώνες τους ενοίκους του, που στοιχειώνουν τον ιδιοκτήτη του, πλέον βαραίνουν αβάσταχτα και τη Ρωξάνη, η οποία, εγκλωβισμένη πια στο Ημίφως προσπαθεί να συμβιβαστεί με τη νέα, σκληρή πραγματικότητα.
Τρεις άνθρωποι-κλειδιά έρχονται στο προσκήνιο, ο καθένας με τον τρόπο του, με απαντήσεις ή περισσότερα μυστήρια που πρέπει να λυθούν, και η συντροφιά του κάστρου ρίχνεται σε καινούριες περιπέτειες, σε ένα ριψοκίνδυνο, χιμαιρικό ταξίδι, το οποίο όμως δεν δείχνει να έχει αίσιο τέλος…
Το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας «Ημίφως» ακολουθεί το ρυθμό της μελωδίας που το δημιούργησε· κόβει την ανάσα, συγκινεί, προβληματίζει και μαγεύει· φέρνει τους χαρακτήρες του στα όρια, και τους αναγνώστες του σε μια αλλόκοτη, μουσική μέθη.





Ημίφως: Το κάστρο του Τύμβρη
«Είχες δίκιο για μένα Ρωξάνη, είχες δίκιο από την αρχή! Είμαι ένα τέρας, ένα σιχαμερό, ποταπό, άθλιο τέρας! Δεν έχεις άδικο που με μισείς… είμαι καταραμένος, Ρωξάνη, είμαι καταραμένος, κι εγώ, και όλοι οι υπόλοιποι δυστυχείς που παρέσυρα μαζί μου…»
Κανείς δεν τολμάει να πλησιάσει το παλιό, εγκαταλελειμμένο κάστρο που δεσπόζει στο λόφο του Τύμβρη. Όλοι πιστεύουν πως είναι στοιχειωμένο.
Η δεκαεξάχρονη Ρωξάνη δεν πιστεύει στα φαντάσματα, και το να μπει στο κάστρο είναι απλά μια πρόκληση. Αυτό, όμως, που ανακαλύπτει στο εσωτερικό του, κλονίζει όλα όσα ήξερε· η αλήθεια τη φοβίζει, αλλά ταυτόχρονα τη γοητεύει· τη βάζει σε κίνδυνο, μα την ίδια στιγμή τη μαγεύει· και ταυτόχρονα τη γεμίζει με περιέργεια. Τυραννική κι ακατασίγαστη περιέργεια, σε τέτοιο βαθμό, που δεν μπορεί να σταματήσει να επιστρέφει, ξανά και ξανά, μέχρι να ανακαλύψει όλα τα μυστικά του.
Δρασκελίζοντας το κατώφλι του παλιού αρχοντικού, ξεκινά η μεγαλύτερη περιπέτεια της ζωής της. Ερωτεύεται, πληγώνεται, κάνει αλλόκοσμες παρέες… Δοκιμάζει τις αντοχές της ψυχής της, συνειδητοποιεί τη δύναμη της συγχώρεσης και το κυριότερο, ανακαλύπτει ότι η ίδια η ζωή της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το κάστρο, τον μυστήριο ιδιοκτήτη του και τα φαντάσματά του.
Όταν στο τέλος, άθελά της, κινδυνεύει να προδώσει τα μυστικά του, οι συνέπειες για εκείνους, αλλά περισσότερο για την ίδια, είναι ολέθριες…
Το κάστρο του Τύμβρη είναι το πρώτο βιβλίο της τριλογίας «Ημίφως»· μια δυναμική μπαλάντα που δεν γράφτηκε με μουσική και στίχους, αλλά με πεζό κείμενο και λέξεις.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου