Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

Συζητώντας με τον Γιάννη Σπανδωνή

Ερώτηση 1η: Ποιος/α είναι ο/η αγαπημένος/η σας συγγραφέας;

Γ.Σ.: Πολλοί. Διότι, αριστουργηματικοί συγγραφείς υπάρχουν λίγοι, αλλά αριστουργήματα πολλά. Οπωσδήποτε, τη σκέψη μου διαμόρφωσαν τα τέσσερα Κάπα: Καζαντζάκης, Καβάφης, Καββαδίας, Καστοριάδης.


Ερώτηση 2η: Ποιο είναι το πρώτο βιβλίο που διαβάσατε;

Γ.Σ.: «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ».


Ερώτηση 3η: Τι σας ώθησε να ξεκινήσετε τη συγγραφή;

Γ.Σ.: Έρχεται κάποια στιγμή που πνίγεσαι για να πεις ορισμένα πράγματα. Το πέρασμα από τη δημοσιογραφία στη συγγραφή ήταν εύκολο. Το ότι θέλησα να ασχοληθώ με το ιστορικό μυθιστόρημα το χρωστάω στη φράση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου «Λαός που δεν γνωρίζει το παρελθόν του δεν μπορεί να προγραμματίσει το μέλλον του».


Ερώτηση 4η: Πώς θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας “Τα δόντια του Δράκου”;

Γ.Σ.: Το εντάσσω κι αυτό στην κατηγορία των ιστορικών μυθιστορημάτων, καθώς έχουμε μάθει πια ότι οι μύθοι κρύβουν πάντα ένα ιστορικό υπόβαθρο. Παράλληλα όμως, θεωρώ πως αποτελεί και έναν ύμνο για τη Γυναίκα.


Ερώτηση 5η: Πώς σας γεννήθηκε η ιδέα να ασχοληθείτε με μία ιστορία που ανήκει στη μυθολογία;

Γ.Σ.: Χρόνια τώρα πίστευα ότι η Μήδεια αποτελεί μια παρεξηγημένη μορφή. Κι οι έρευνες που έκανα, μου επιβεβαίωσαν αυτή την άποψη. Όταν έγραφα τα «Δόντια του Δράκου», δεν ήξερα τι υποδοχή θα είχαν. Όμως, η κριτική που μου έκανε μια σεβαστή φίλη –άνω των 90 ετών– δικαίωσε την επιλογή μου. Είπε: «Πρέπει να αγαπά πολύ τη Γυναίκα ο Γιάννης». Η Γυναίκα, ξέρετε, είχε επί αιώνες για μοναδικά όπλα το μυαλό της και τα θέλγητρά της. Κι η Μήδεια τα χρησιμοποίησε στο έπακρο και τα δυο. Για να επιβιώσει σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο.


Ερώτηση 6η: “Δίκη γὰρ οὐκ ἔνεστ᾽ ἐν ὀφθαλμοῖς βροτῶν, ὅστις πρὶν ἀνδρὸς σπλάγχνον ἐκμαθεῖν σαφῶς στυγεῖ δεδορκώς, οὐδὲν ἠδικημένος.” συναντάμε στο βιβλίο του Ευριπίδη “Μήδεια”. Πόση αλήθεια κρύβουν αυτά τα λόγια;

Γ.Σ.: Στον ανδροκρατούμενο κόσμο που δημιούργησαν τα ινδοευρωπαϊκά φύλα όταν κατέβηκαν στη χερσόνησο του Αίμου κι έφτασαν στο Αιγαίο, η Γυναίκα –το ξέρετε καλά– είχε για μοναδικά όπλα το μυαλό της και τα θέλγητρά της. Ποιος είναι λοιπόν ο «ουδέν ηδικημένος»;


Ερώτηση 7η: Η Μήδεια είναι ένα πρόσωπο γνωστό σε όλον τον κόσμο. Οι περισσότεροι την γνωρίζουν ως παιδοκτόνο παρά για την αγάπη της προς το πρόσωπο του Ιάσωνα. Πιστεύετε ότι οι ιστορίες με πόνο και απέχθεια είναι αυτές που μένουν στη μνήμη όλων;

Γ.Σ.: Όχι δα! Ίσως, η ιστορία της Μήδειας (και του Ιάσωνα) να έχουν χαραχτεί στη συλλογική μνήμη μας επειδή κάτι έχει να πει για το ασυνείδητο μας. Η ψυχανάλυση θα έχει πολλά να πει γι’ αυτό το θέμα.


Ερώτηση 8η: Η αργοναυτική εκστρατεία αποτελούνταν από περίπου πενήντα άτομα –σύμφωνα πάντα με τις πηγές–, πρίγκιπες, παιδιά θεών, ήρωες, βασιλείς, μάντες. Από άντρες και μία γυναίκα –την Αταλάντη. Το βιβλίο σας είναι η ιστορία αυτής της εκστρατείας από τη σκοπιά μιας γυναίκας, της Μήδειας. Θεωρείτε ότι η γυναίκα είχε τη θέση που της “άρμοζε” εκείνη την εποχή; Και ποιες οι διαφορές του τότε με το σήμερα; Θα θέλατε να μας πείτε την άποψή σας;

Γ.Σ.: Τα ινδοευρωπαϊκά φύλα που κατέβηκαν από τα βόρεια και τα ανατολικά, επέβαλαν τον πολιτισμό του ξίφους και του κεραυνού, ανατρέποντας το παλαιότερο καθεστώς και την παλιά θρησκεία της Μεγάλης Θεάς. Ένα καθεστώς που χαρακτηριζόταν μητριαρχικό, αλλά μάλλον ήταν καθεστώς ισότητας των φύλων. Η Μήδεια, ιέρεια της Μεγάλης Θεάς, πάλεψε για να μην πεθάνει η παλιά θρησκεία. Πάλεψε κι έχασε. Διότι, μια γυναίκα που συμπεριφέρεται ως σεξουαλικά και οικονομικά ελεύθερο άτομο, αποτελεί απειλή για ολόκληρο το κοινωνικό και οικονομικό οικοδόμημα μιας αυστηρά ανδροκρατούμενης κοινωνίας. Όμως, εδώ στην Μεσόγειο, η γυναίκα είναι η ίδια η φύση. Κι αν γίνεται σκλάβα που υπηρετεί τον άντρα, που κρατιέται στη σκιά του, είναι ταυτόχρονα κι ο φύλακας της πόρτας του, αυτή που φροντίζει τον οικογενειακό βωμό, η Αιώνια Μητέρα, ο δεσμός με τους προγόνους, η ιέρεια και η μάντισσα. Εκείνη που διατηρεί την παράδοση, που αναμεταδίδει παράξενες προλήψεις και συνθηματικές φράσεις και χειρονομίες. Που λιβανίζει το εικονοστάσι σήμερα, διαβάζει τον καφέ και φροντίζει τον οικογενειακό τάφο. Αυτόν τον ελάσσονα, έστω, ρόλο τον εξασφάλισε στη Γυναίκα η Μήδεια. Κι ας υποτάχτηκε η λατρεία της γονιμότητας στη λατρεία του ξίφους. Όσο για σήμερα, έχουμε φτάσει στο άλλο άκρο, με τις φεμινιστικές οργανώσεις να διεκδικούν ένα κυρίαρχο ρόλο στην παραγωγή –κι όχι την ισότητα.


Ερώτηση 9η: Τι θα θέλατε να πείτε στους αναγνώστες σας;

Γ.Σ.: Διαβάζετε. Ό,τι πέσει στα χέρια σας. Και «ερευνάτε τας γραφάς». Μην δέχεστε τα θέσφατα και τα από καθέδρας διαγγέλματα. Να θυμάστε αυτό που εδώ και δυο σχεδόν αιώνες είπε ο Λόρδος Μπάιρον: «Δεν απορρίπτω τίποτα, αλλά αμφισβητώ τα πάντα».


Ερώτηση 10η: Θα θέλατε να μας πείτε μερικά λόγια για το επόμενο συγγραφικό βήμα σας;

Γ.Σ.: Ασχολούμαι και πάλι με ένα ιστορικό μυθιστόρημα, με άφθονες όμως προβολές στο παρόν.


Β.Δ.: Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συνέντευξη που μου παραχωρήσατε! Εύχομαι κάθε επιτυχία και καλοτάξιδα τα βιβλία σας!!!

Γ.Σ.: Εγώ σας ευχαριστώ! 
 
 
 
 
 
Γεννημένος στην Αθήνα το 1947, δημοσιογράφος κι απόγονος δημοσιογράφων, ο Γιάννης Σπανδωνής εργάστηκε σ’ επιτελικές θέσεις μεγάλων εφημερίδων και περιοδικών, καθώς και στην τηλεόραση. Το 1985 οργάνωσε με τη συνεργασία και άλλων δημοσιογράφων το πρώτο ηλεκτρονικό αρχείο δημοσιογραφικών πληροφοριών, για λογαριασμό του Ιδρύματος Μπότση για την Προαγωγή της Δημοσιογραφίας. Με το πρώτο του βιβλίο Κάποτε στο Αιγαίο, βραβεύεται ως ο καλύτερος νεοεμφανιζόμενος συγγραφέας του 1983. Ακολούθησαν ο Θρήνος (1984, Α’ Βραβείο ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ), οι Γραικοί (1985, Α’ Βραβείο Εθνικής Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών - Ροταριανού Ομίλου), κ.ά.
(2017) Τα δόντια του δράκου, Ωκεανός
(2012) Δέκα εβδομάδες με ένα Ιντερμέτζο, Bell / Χαρλένικ Ελλάς
(2007) Στην Αθήνα της "Μπελ Επόκ", Informecanica
(2004) Ο δικός μου ήρωας, Ωκεανίδα
(2002) Έτσι τα 'φερε η μοίρα, Ωκεανίδα
(2002) Ο ταξιδιώτης της γνώσης, Εκδόσεις Πατάκη
(2000) Νικόλαος Πλαστήρας, Εκδόσεις Πατάκη
(1998) Όταν ο Μενέλαος, Φιλίστωρ
(1995) Ρήγας Βελεστινλής, Ωκεανίδα
(1990) Κάποτε στο Αιγαίο, Ωκεανίδα
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2005) Το Χαλάνδρι που γνώρισα, Ευριπίδης
 
 
 
 
 

Τα δόντια του δράκου
Μια συντροφιά Ελλήνων με αρχηγό τον τολμηρό Ιάσονα, ξεκινάει από τις δυτικές ακτές του Αιγαίου για να φέρει στην πατρίδα το Χρυσόμαλλο Δέρας: Το χρυσάφι της πλούσιας Ανατολής. Και μαζί και μια γυναίκα. Παρθένα, ιέρεια, μάγισσα. Μήδεια τ’ όνομά της. Πανέμορφη και πανίσχυρη σαν θεά, σκοτεινή κι επικίνδυνη σαν μάγισσα, παθιασμένη κι εκδικητική σαν την Ήρα... Ο έρωτάς της για τον Ιάσονα απόλυτος κι εκρηκτικός σαν ενεργό ηφαίστειο. Για χάρη του απαρνήθηκε και πατρίδα και γονείς. Τον βοήθησε να πάρει το Χρυσόμαλλο Δέρας και να εκδικηθεί τη δολοφονία του πατέρα του. Του χάρισε ένα ολόκληρο βασίλειο. Κι εκείνος την πρόδωσε... Πίσω από τους ηρωισμούς των Αργοναυτών, κάτω από τα ματωμένα αχνάρια που αφήνουν στο διάβα τους, κρύβεται όμως και η διαμάχη της παλιάς, μητριαρχικής θρησκείας της γονιμότητας με τις καινούργιες δοξασίες της λατρείας του ξίφους που φέρνουν μαζί τους τα ελληνικά φύλα. Απολογήτρια της παλιάς θρησκείας η Μήδεια, ιέρεια της Μεγάλης Θεάς, αγωνίζεται για τη θέση της γυναίκας σε τούτον τον καινούριο κόσμο που δημιουργούν οι Έλληνες, υποτάσσοντας τη γυναίκα στον άντρα. Όμως εδώ στην Μεσόγειο, η γυναίκα είναι η ίδια η Φύση. Κι αν ο άντρας την κάνει σκλάβα του, εκείνη εξακολουθεί να είναι αυτή που φροντίζει τον οικογενειακό βωμό, παραμένει η Αιώνια Μητέρα, ο δεσμός με τους προγόνους, η ιέρεια και η μάντισσα. Εκείνη διατηρεί την παράδοση. Είναι η Μήδεια που πνίγεται από τις πράξεις της, αλλά δεν μετανιώνει για τίποτα.
Ας δούμε λοιπόν την Αργοναυτική Εκστρατεία από τη δική της σκοπιά.
Τη σκοπιά της Γυναίκας.
 
 
 
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου