Παρασκευή 7 Ιουλίου 2017

Συζητώντας με τη Σόφη Θεοδωρίδου

Ερώτηση 1η: Πώς θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας “Πορφυρό ποτάμι”;

Σ.Θ.: Ως ένα ιστορικό κοινωνικό μυθιστόρημα.


Ερώτηση 2η: Πως σας γεννήθηκε ο τίτλος του βιβλίου; Τι σημαίνει το “πορφυρό ποτάμι” για εσάς;

Σ.Θ.: Ο τίτλος παραπέμπει στην Καππαδοκία και τον ποταμό Άλυ, τον οποίο οι Τούρκοι ονομάζουν Κιζίλ Ιρμάκ, που σημαίνει κόκκινος ποταμός. Δίπλα σ’ έναν παραπόταμο του ποταμού αυτού, λοιπόν, τοποθετώ τους ήρωές μου, Ρωμιούς, Τούρκους κι Αρμένιους, να ζουν αρμονικά, όσο το επιτρέπουν οι αποφάσεις του ντοβλετιού κι οι πόλεμοι, που κάποια στιγμή θα δηλητηριάσουν τη ζωή τους. Συνάμα, ο Δημητρός, πατέρας της κεντρικής μου ηρωίδας και καϊκτσής, βλέπει τα νερά του ποταμού να ματώνουν τη μέρα που γεννιέται η κόρη του κι εκλαμβάνει το γεγονός ως σημάδι της δύσκολης μοίρας του νεογέννητου. Το μάτωμα αυτό αλλά κι ο ίδιος ο ποταμός έδωσαν τον τίτλο στο βιβλίο.


Ερώτηση 3η: Η Νιόβη θα βιώσει από μικρή πολλές ελευθερίες αλλά και πολλή μοναξιά και αποξένωση. Αυτά θα στιγματίσουν τη μετέπειτα ζωή της. Ως εκπαιδευτικός και μητέρα πιστεύετε πως θα έπρεπε από παλιά να δίνονταν τέτοιες ελευθερίες στα παιδιά;

Σ.Θ.: Ασφαλώς και θα έπρεπε να παρέχονται περισσότερες ελευθερίες στα παιδιά τα χρόνια εκείνα. Ιδίως τα κορίτσια υπέφεραν στις κοινωνίες αυτές, που ήταν εξαιρετικά ανδροκρατούμενες και αυστηρές, κι είναι ευχής έργο ότι σήμερα έχουμε φτάσει στο σημείο να θεωρούμε αυτονόητο πως πρέπει να απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα και τα δύο φύλα, αλλά κι ότι οφείλουμε να προστατεύουμε και να σεβόμαστε την παιδική ηλικία των παιδιών μας.


Ερώτηση 4η: Η Νιόβη θα ερωτευτεί τον Φιλίπ και αντίστροφα. Όμως οι δρόμοι τους θα χωρίσουν κάποια στιγμή. Αλλά όταν θα ξαναβρεθούν το πάθος θα φουντώσει. Πιστεύετε πως η αγάπη δε χάνεται μέσα στη φθορά του χρόνου;

Σ.Θ.: Πιστεύω, πράγματι, πως η αληθινή αγάπη δε χάνεται όσα χρόνια κι αν διαβούν. Σε περίπτωση που το ζευγάρι έχει κοινή ζωή, μπορεί το ερωτικό πάθος να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλου είδους αγάπη εξίσου δυνατή, κάτι που δε συμβαίνει στην περίπτωση των δύο ηρώων μου, αφού η ζωή τούς χωρίζει. Αντίθετα, καθώς ο καιρός διαβαίνει κι η αγάπη τους από αγάπη παιδική μεταμορφώνεται σε αγάπη δυο ενηλίκων, που οι συνθήκες έχουν καταστήσει αδιέξοδη, μετατρέπεται σε μαρτύριο ακατανίκητο.


Ερώτηση 5η: Η Σουλτάνα, η αδερφή της Νιόβης, τη μισεί παράφορα. Κατά τη γνώμη σας, γιατί κάποιοι άνθρωποι αρέσκονται στο να προκαλούν πόνο στον άλλον;

Σ.Θ.: Έχει να κάνει, προφανώς, με τον χαρακτήρα του καθενός και τον τρόπο που είναι ικανός να διαχειρίζεται τα αρνητικά του συναισθήματα, τα οποία, κατά τα ψέματα, συνοδεύουν το ανθρώπινο γένος από καταβολής της ύπαρξής του. Ας θυμηθούμε την ιστορία του Κάιν και του Άβελ, όπου το μίσος κι ο φθόνος του Κάιν για τον αδερφό του τον οδηγούν ακόμη και στον φόνο του.


Ερώτηση 6η: Στο βιβλίο σας βλέπουμε τον πόνο και τη θυσία μιας μάνας. Μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάσει μία μητέρα για το παιδί της;

Σ.Θ.: Δεν υπάρχουν όρια στη θυσία μιας μητέρας. Όχι της κάθε μάνας, το διευκρινίζω. Δεν είναι κάθε γυναίκα ικανή να φτάσει σε τέτοια θυσία, σαν αυτή που συναντάμε στο «Πορφυρό ποτάμι». Έχει και πάλι να κάνει με την προσωπικότητα του ατόμου, τη φιλοσοφία ζωής του και την ένταση της μητρικής αγάπης.


Ερώτηση 7η: Τα περισσότερα βιβλία σας μιλάνε για τη Μικρασιατική Καταστροφή και την Ανταλλαγή των πληθυσμών. Τι είναι αυτό που σας κάνει να εξιστορείτε τις ιστορίες αυτών των ανθρώπων και όχι κάποιας άλλης χρονικής περιόδου;

Σ.Θ.: Δε θα έλεγα ότι είναι τα περισσότερα. Τρία βιβλία στα οχτώ αναφέρονται στο συγκεκριμένο θέμα. Είναι φυσικό όμως να με συγκινεί η Μικρασιατική Καταστροφή που είχε συνέπεια τον ξεριζωμό του μικρασιατικού ελληνισμού, καθώς μεγάλωσα σ’ ένα προσφυγικό χωριό, ανάμεσα σε γέροντες, όταν εγώ ήμουν παιδί, που ήσαν πρόσφυγες πρώτης γενιάς, και τα ακούσματά μου είχαν σχέση με τα δικά τους βάσανα και πόνο.


Ερώτηση 8η: Οι ιστορίες σας είναι αληθινές ή πρόκειται για έναν συνδυασμό μυθοπλασίας και αληθινών γεγονότων;

Σ.Θ.: Τα περισσότερα έργα μου έχουν ως βάση την αληθινή ζωή. Η πρώτη ύλη, η έμπνευση, προέρχεται απ’ αυτήν. Κατόπιν αναλαμβάνει τα ηνία η φαντασία μου να ολοκληρώσει τα κενά, να εμπνευστεί διαλόγους, χαρακτήρες, πρόσωπα. Εξάλλου, γι’ αυτό χαρακτηρίζονται μυθιστορήματα. Είναι, λοιπόν, συνδυασμός πραγματικότητας και φαντασίας θα έλεγα καταλήγοντας.


Ερώτηση 9η: Τι θα θέλατε να πείτε στους αναγνώστες σας;

Σ.Θ.: Ένα μεγάλο ευχαριστώ για τη δύναμη που μου δίνουν μέσα από τα σχόλιά τους και τη στήριξη που μου παρέχουν επιλέγοντας τα έργα μου.


Ερώτηση 10η: Θα θέλατε να μας πείτε μερικά λόγια για το επόμενο συγγραφικό βήμα σας;

Σ.Θ.: Είναι ακόμη ανολοκλήρωτο. Κινείται στα χρόνια του Εθνικού Διχασμού αλλά και τα μετέπειτα χρόνια κι έμπνευσή μου υπήρξε μια γυναίκα που τόλμησε τα αδιανόητα για την εποχή της.



Β.Δ.: Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συνέντευξη που μου παραχωρήσατε! Εύχομαι κάθε επιτυχία και καλοτάξιδα τα βιβλία σας!!!

Σ.Θ.: Εγώ σας ευχαριστώ για τη δυνατότητα που μου δώσατε να επικοινωνήσω με τους αναγνώστες σας, καθώς και για τις ευχές.





"Τα χρόνια της χαμένης αθωότητας": http://psichogios.gr/site/Books/show/1003386/ta-xronia-ths-xamenhs-athwothtas
"Στεφάνι από ασπάλαθο": http://psichogios.gr/site/Books/show/1002879/stefani-apo-aspalatho
"Το κορίτσι απ'τη Σαμψούντα": http://psichogios.gr/site/Books/show/1002421/to-koritsi-ap-th-sampsoynta
"Η αμαρτία της ομορφιάς": http://psichogios.gr/site/Books/show/1001788/h-amartia-ths-omorfias
"Τ'αχνάρια των ξυπόλητων ποδιών": http://psichogios.gr/site/Books/show/1001191/t-axnaria-twn-ksypolytwn-podiwn
"Η νύφη φορούσε μαύρα": http://psichogios.gr/site/Books/show/22981/h-nyfh-foroyse-mayra
 
 
 
 
 
 
Η ΣΟΦΗ ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ κατάγεται από την Αλμωπία, μια μικρή επαρχία του Νομού Πέλλας. Σπούδασε νηπιαγωγός στη Θεσσαλονίκη κι εγκαταστάθηκε κατόπιν στην περιοχή καταγωγής της, όπου διαμένει μέχρι σήμερα με την οικογένειά της. Λατρεύει τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία, και πιστεύει πως η αγάπη της για την τελευταία την οδήγησε τελικά στη συγγραφή. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματά της Η ΝΥΦΗ ΦΟΡΟΥΣΕ ΜΑΥΡΑ, ΠΕΣ ΜΟΥ ΑΝ ΜΕ ΘΥΜΑΣΑΙ, Τ’ ΑΧΝΑΡΙΑ ΤΩΝ ΞΥΠΟΛΥΤΩΝ ΠΟΔΙΩΝ, Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ, ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΑΠ’ ΤΗ ΣΑΜΨΟΥΝΤΑ, ΣΤΕΦΑΝΙ ΑΠΟ ΑΣΠΑΛΑΘΟ, ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΧΑΜΕΝΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ και ΠΟΡΦΥΡΟ ΠΟΤΑΜΙ.
(2017) Πορφυρό ποτάμι, Ψυχογιός
(2016) Τα χρόνια της χαμένης αθωότητας, Ψυχογιός
(2015) Στεφάνι από ασπάλαθο, Ψυχογιός
(2014) Το κορίτσι απ'τη Σαμψούντα, Ψυχογιός
(2013) Η αμαρτία της ομορφιάς, Ψυχογιός
(2012) Τ' αχνάρια των ξυπόλητων ποδιών, Ψυχογιός
(2011) Πες μου αν με θυμάσαι, Ψυχογιός
(2010) Η νύφη φορούσε μαύρα, Ψυχογιός
 
 
 
 
 
Πορφυρό ποτάμι
Μάρτης του 1902. Σ’ έναν παραποτάμιο οικισμό της Καππαδοκίας, την ώρα που ο καϊκτσής Δημητρός βλέπει τα νερά του ποταμού να βάφονται κόκκινα, γεννιέται η κόρη του, η ασθενική Νιόβη.


Οι συντοπίτες της θα τη χαρακτηρίσουν ισκιερή και θα της χαρίσουν ελευθερίες ανάρμοστες για ένα θηλυκό, πιστεύοντας ότι για λίγο μόνο είναι γραφτό να ζήσει ανάμεσά τους. Μα το κορίτσι τούς διαψεύδει.


Ο καιρός κυλά, έρχονται οι Βαλκανικοί κι ο Μεγάλος Πόλεμος, και οι αρμονικές σχέσεις Ρωμιών και Τούρκων δοκιμάζονται. Η μεγάλη φτώχεια κατατρύχει τον οικισμό και περισσότερο την οικογένεια της Νιόβης. Ώσπου μια μέρα, κι ενώ η Αυτοκρατορία βογκά σαν τον δράκο κάτω απ’ το δόρυ του Αϊ-Γιώργη από την ελληνική κυριαρχία στη Σμύρνη, ένας επιφανής Τούρκος μαγεύεται απ’ τα μαβιά της μάτια και φλέγεται να την αποκτήσει.

Εκείνη έχει δώσει από μικρή την αγάπη της στον ατίθασο Φιλίπ, που ανοίγει την πόρτα σέρτικα, σαν κατακτητής. Μα ο νέος έχει από χρόνια χαθεί κυνηγώντας τα δικά του όνειρα στην Πόλη, στην Οδησσό και σε πεδία μαχών, κι αυτή έχει μόνο ένα μενταγιόν να τη δένει μυστικά μαζί του.

Κι ύστερα έρχεται η Καταστροφή κι η Ανταλλαγή…

Ένα καράβι σαλπάρει χωρίζοντας στα δύο την ψυχή της. Το ένα κομμάτι πίσω, στην παλιά πατρίδα· το άλλο στη νέα, την αρχέγονη, όπου η ζωή καραδοκεί να δοκιμάσει διπλά τις αντοχές της, συνάμα όμως και του Φιλίπ.

Η ζωή των τελευταίων Ελλήνων σε μια μικρή γωνιά της Καππαδοκίας και παράλληλα η ιστορία μιας ακατάλυτης μα αδιέξοδης αγάπης στη σκιά της Μικρασιατικής Καταστροφής και της Ανταλλαγής των πληθυσμών.
 
 
 
 
 
Τα χρόνια της χαμένης αθωότητας
 Απρίλης 1961. Τη μέρα που ο πρώτος Ρώσος κοσμοναύτης ταξιδεύει στο Διάστημα, σε μια μικρή ελληνική πόλη ένας άντρας μπαίνει για λίγο στη θέση του Θεού, ορίζοντας τη μοίρα τριών νεαρών πλασμάτων.

Την Κλέα θα υποδεχθεί ένα αρχοντόσπιτο, όπου ο στρατηγός παππούς της αναπολεί παρελθοντικές δόξες, ενώ ο πατέρας της έχει εγκαταλείψει τον μεγάλο του έρωτα για να κατακτήσει πλούτη και κάστες εξουσίας· τη Μελισσάνθη ένα μεσοαστικό σπιτικό πάνω από μια ταβέρνα, στο οποίο η μάνα της, η ωραία Μυρσίνη, ενοχοποιείται για νεανικά σφάλματα από τον σύζυγό της· τη Λόλα, τέλος, θα καλοδεχτεί ένα φτωχόσπιτο, μες στο οποίο στοιβάζονται μεταξύ άλλων μια ιδιόρρυθμη γιαγιά κι ένας ρομαντικός πραματευτής, που αγωνίζεται να συμπορευθεί με τα δεδομένα των καιρών, καθώς η χώρα αλλάζει.

Παρά τις ταξικές διαφορές τους, οι τρεις κοπέλες μεγαλώνοντας θα δεθούν με δεσμά αδελφικής φιλίας, ανακαλύπτοντας όλες στο φτωχόσπιτο του συνοικισμού την οικογενειακή θαλπωρή που απουσιάζει από τα άλλα δύο. Ώσπου, στο κατώφλι της ενήλικης ζωής τους πια, μυστικά και ψέματα κι αμαρτωλά πάθη του παρελθόντος θ’ αρχίσουν ν’ αποκαλύπτονται, βαφτίζοντας μια δυνατή αγάπη ανόσια και ξεκινώντας τον χορό των αποχωρισμών.

Αποκομμένες πλέον μεταξύ τους αλλά κι απ’ τη γενέθλια πόλη, ρίχνονται στη χοάνη της πρωτεύουσας και στο κυνήγι χιμαιρικών ονείρων. Μα, καθώς ο καιρός κυλά κι οι ψευδαισθήσεις της νιότης χάνονται, θα διαπιστώσουν πως ελάχιστα μοιάζουν τελικά με ό,τι είχαν ονειρευτεί στα χρόνια της αθωότητάς τους…
 
 
 
 
Στεφάνι από ασπάλαθο
Μια όμορφη καλοκαιρινή μέρα του 1939, η Κασσιανή κρυφοκοιτάζει πίσω απ’ την κουρτίνα της κάμαράς της το άγνωστο παλικάρι που σιγοπίνει τον καφέ του στην αυλή των γειτόνων τους, δίχως να υποψιάζεται ότι είναι ο άντρας που θα σφραγίσει τη ζωή της. Η δεκαπεντάχρονη κοπέλα ασφυκτιά στην επαρχία, στη σκιά του αυστηρού ιεροκήρυκα πατέρα της. Ο δεκαοχτάχρονος Λυκούργος, απ’ την άλλη, οραματίζεται το μέλλον του στο πανεπιστήμιο της πρωτεύουσας.
Τους δυο νέους θα ενώσει ένα εφηβικό φιλί και μια βάρβαρη τιμωρία. Θα τους χωρίσουν οι δικές του επιλογές κι η Ιστορία. Στα χρόνια που τους περιμένουν η Κασσιανή θα υποχρεωθεί να επωμιστεί βάρη που δεν της έπρεπαν.
Αντιμέτωπη μ’ ένα κράτος εχθρικό και μια κοινωνία ματωμένη, θα αισθανθεί συχνά ότι σταυρώνεται για λάθη εκείνου κι ότι το στεφάνι που κάποτε της φόρεσε είναι φτιαγμένο απ’ τον αγκαθωτό ασπάλαθο, που χρησιμοποιούν στον τόπο της για φράχτη ή για προσάναμμα. Στο κλειστοφοβικό σύμπαν του νέου κόσμου της θ’ αναγκαστεί ν’ απαρνηθεί ακόμη κι αυτή τη γυναικεία της υπόσταση, μέχρι τη μέρα που θα διαπιστώσει πως κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο.
Μια επαρχιακή πόλη απ’ τη μεταξική Ελλάδα μέχρι τη μετεμφυλιακή της δεκαετίας του ’50. Ένα ζευγάρι παρασυρμένο απ’ τις μπόρες των καιρών. Ένα στεφάνι φτιαγμένο από ασπάλαθο.
 
 
 
 
 
Το κορίτσι απ'τη Σαμψούντα
Η Καλλιόπη πίστευε μέχρι τα εννιά της χρόνια πως το χειρότερο που της είχε τάξει η ζωή ήταν τα παράξενα μάτια της, για τα οποία την κορόιδευαν οι συμμαθήτριές της στο Παρθεναγωγείο, επειδή δε γινόταν να γνωρίζει πόσα άλλα της είχε η μοίρα γραμμένα.
Γεννημένη αρχές του 20ού αιώνα στη Σαμψούντα, θα βιώσει τις λευκές πορείες θανάτου και τις εξορίες από τους Νεότουρκους, κι αργότερα τις αγριότητες του Κεμάλ.
Αρχές του 1921, στην εφηβεία, με σωριασμένο τον κόσμο της σε ερείπια, θα βρει καταφύγιο σ’ ένα χωριό του Πόντου. Λίγους μήνες μετά θα ντυθεί νύφη στα δεκάξι της, σ’ έναν αναπάντεχο γάμο, που θα την οδηγήσει στη Σμύρνη. Θα ζήσει για λίγο μια πλούσια ζωή στην πανέμορφη πόλη, που περιμένει αμέριμνη την καταστροφή της, και θ’ ανακαλύψει τον έρωτα∙ κι ίσως τον χάσει, όπως ορίζει για άλλη μια φορά η μοίρα της…
Απ’ τη Σαμψούντα και τον Πόντο στη Σμύρνη κι από κει στον Πειραιά της προσφυγιάς, μια νεαρή γυναίκα αντιπαλεύει με πείσμα το πεπρωμένο της, διεκδικώντας το δικαίωμα στη ζωή και την αγάπη.
 
 
 
 
 
Η αμαρτία της ομορφιάς
Η μεγάλη ομορφιά ήταν η μοναδική αμαρτία της Ευγενίας. Ένα δώρο που της δόθηκε ερήμην της κι έμελλε να καθορίσει την πορεία της ύπαρξής της.
«Για τον φτωχό ακόμη και η ομορφιά κατάρα είναι», αποφαινόταν συχνά η Μάχη, φαρμακωμένη από τις δυσκολίες της προσφυγικής ζωή της. Όταν, όμως, μπαίνει στη ζωή της κόρης της ο ευκατάστατος Θεόφιλος, αρχίζει να αναθεωρεί τις απόψεις της.
Εκείνος την ερωτεύεται τρελά, απόλυτα. Αυτή τον αγαπά με τη λαχτάρα και το πάθος των δεκαεπτά της χρόνων. Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος, όμως, που ξεσπά πριν προλάβουν να χαρούν την αγάπη τους, θα την αφήσει ξεκρέμαστη στον τόπο του. Εκεί θα μπει στο στόχαστρο των κουνιάδων της, ιδιαίτερα της μεγάλης, της Ευανθίας, και του ισχυρού κομματάρχη της περιοχής, ανέτοιμη για όσα την περιμένουν. Μοναδικό και αναπάντεχο στήριγμα θα βρει στην πεθερά της Άννα.
Κι ενώ στα χρόνια που ακολουθούν τα προστάγματα των καιρών ορίζουν τις ζωές τους, το μίσος και η ζήλεια οπλίζουν το χέρι της Μοίρας σπέρνοντας τον όλεθρο. Τρεις αθώες ψυχές παρασέρνονται στον βίαιο άνεμό του και ξεσπούν το λυγμό τους, καθώς σκορπούν σε διαφορετικές γωνιές της Ελλάδας, στην αγκαλιά της “μητέρας” Φρειδερίκης.
Η ιστορία ενός απόλυτου έρωτα σε ταραγμένα χρόνια. Όταν η ομορφιά θεωρείται αμαρτία κι οι πράξεις και τα λόγια των ανθρώπων συναγωνίζονται σε αγριότητα τα πεδία των μαχών, τότε τα πάντα μπορεί να συμβούν.
 
 
 
 
 
Τ' αχνάρια των ξυπόλητων ποδιών
Προσφυγικά Σαλονίκης· την ορφάνια του μικρού Θεμιστοκλή απαλύνουν ξένα, ευλογημένα χέρια, όμως αγκάθι απομένει μέσα του η άγνωστη καταγωγή του. Εμφύλιος, Σκρα· τα μελλούμενα απ’ τα χείλη μιας γυναίκας τον οδηγούν στην Τήνο, στον μεγάλο έρωτα και στον μεγάλο πόνο.
Ο Θεμιστοκλής, με τον νεογέννητο γιο του, Άλκη, ψάχνει τρόπο και τόπο να στεγάσει τη δυστυχία τους. Θα τους υποδεχτεί η ταραγμένη Αθήνα του ’50 κι αργότερα μια παράξενη επαρχιακή κωμόπολη, η Επίκληρος. Από το σπίτι της φιλόξενης Μικρασιάτισσας Λένας θα βρεθούν σ’ εκείνο της μελαγχολικής Ελένης, και από την άδολη προσφορά θα οδηγηθούν στον τόπο όπου ένας ιδιότυπος ρατσισμός θα τους πληγώσει, δημιουργώντας δυνατές φιλίες και αβυσσαλέα μίση.
Καθώς τα χρόνια κυλούν, ο Θεμιστοκλής και ο συγκλονιστικός Άλκης, η Ελένη, η Ερατώ και η Θάλεια θα βρεθούν μπλεγμένοι στο γαϊτανάκι του πόνου, του έρωτα και του μίσους, και θα βιώσουν τα όρια της προσφοράς και της θυσίας.
Άνθρωποι χτυπημένοι από τη μοίρα και τη ζωή αφήνουν τ’ αχνάρια τους σε μια Ελλάδα που πληγώνεται και πληγώνει, αναζητώντας ταυτότητα και ευτυχία.
 
 
 
 
 
Πες μου αν με θυμάσαι
Η Ιφιγένεια έπιασε τα γέρικα χέρια της μάνας της και τα σκέπασε με τα δικά της. «Πώς με λένε;» έκανε την αγωνιώδη ερώτηση. «Θυμάσαι; Πες μου… με θυμάσαι;» Περίμενε με κομμένη την ανάσα, θαρρείς κι από την απάντηση της Χαράς εξαρτιόταν η ύπαρξή της. Η Χαρά ξερόγλειψε τα χείλη αργά. «Ιφι… Ιφι…» ψέλλισε τέλος και τα δάκρυα κύλησαν απ’ τα μάτια της κόρης. Δόξα τω Θεώ, δεν είχε πάει στράφι η θυσία της. Η μάνα της δεν την είχε ξεχάσει…
Ο κόσμος της Ιφιγένειας ήταν αληθινή ευλογία μέχρι εκείνη τη λευκοντυμένη μέρα που άρχισε να διαλύεται και να κατακλύζουν τη ζωή της απώλειες και προδοσίες: o πατέρας της, η μεγάλη της αδυναμία. η μητέρα της, το αιώνιο στήριγμά της. η δουλειά της. ακόμη κι αυτός ο έρωτας της ζωής της, ο άντρας της. Η ώρα που θα αντιμετωπίσει τις αλήθειες της ζωής της έχει φτάσει. Μένει τώρα να διαπιστώσει αν οι όρκοι της αγάπης θα χωρέσουν τη θυσία της ή θα γυρίσουν την πλάτη στους πληγωμένους καιρούς.
Η ιστορία μιας γυναίκας που ρισκάρει να χάσει τα πάντα, γιατί δε θέλει να ρισκάρει να χάσει τον εαυτό της.
 
 
 
 
 
Η νύφη φορούσε μαύρα
Σεπτέμβρης του '22. Η νεαρή Αντριανή καταφτάνει στη Σαλονίκη μαζί με το υπόλοιπο ανθρώπινο κοπάδι των προσφύγων. Πεντάρφανη και ολομόναχη, με δυο μάτια πράσινα, μαγικά σαν τα βοτάνια της, θα βρει στήριγμα σε μια καλοκάγαθη ηλικιωμένη Πόντια. Στο ξεδίπλωμα του χρόνου, με τις ανταλλαγές των πληθυσμών, θα εγκατασταθεί σ' ένα μουσουλμανικό χωριό της Μακεδονίας. Εκεί, ανάμεσα σε ανθρώπους πονεμένους που μιλούν ελληνικά, τουρκικά, ποντιακά κι αρμένικα, και που προσπαθούν να στηρίξουν τις ψυχές και τις ζωές τους, η Αντριανή θα αποθέσει την ευτυχία της στα χέρια του ρωμαλέου Άρη με την ηράκλεια δύναμη. Θα προκαλέσει τη μοίρα φορώντας ένα μαύρο φόρεμα για νυφικό. Κι αυτή θα δεχτεί την πρόκληση… Σε μια Ελλάδα που ανεμοδέρνεται στις θύελλες του εικοστού αιώνα, μια γυναίκα τολμά να ορθώσει το ανάστημά της απέναντι σε μια κοινωνία, όπου τον πρώτο λόγο έχει ο άντρας και η πεθερά, για να αναδειχτεί πληγωμένη αλλά νικήτρια.
 
 
 
 
 
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου